Δράση “Γιατροί του Αιγαίου – ΠΑ.Γ.Ν.Η στο Τυμπάκι”

Εκκλησίες

Στο Τυμπάκι υπάρχουν τέσσερις ενορίες: του Αγίου Πνεύματος, του Αγίου Τίτου, της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Ιωάννη στον Κόκκινο Πύργο.

Το Άγιο Πνεύμα

Η εκκλησία του Αγίου Πνεύματος είναι η παλαιότερη εκκλησία του Τυμπακίου. Η πρώτη εκκλησία χτίστηκε περί τον 14ο – 15ο αιώνα. Το ημικωνικό σχήμα επάνω από την πόρτα εισόδου της εκκλησίας και μέσα σε αυτό  το υπέρθυρο η εικόνα της Αγίας Τριάδος, χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Παλαιολόγειων χρόνων, μαρτυρούν ότι πρόκειται για βυζαντινή εκκλησία.  Σύμφωνα με τον Χ. Γεωργιλάκη, η ερημοποίηση της περιοχής για 150 χρόνια είχε ως συνέπεια η εκκλησία να εγκαταλειφθεί και το μεγαλύτερο μέρος της να καταστραφεί. Η αναστήλωση της ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1844, ημερομηνία που υπάρχει στο κεφαλάρι της πόρτας. Στο Άγιο Πνεύμα φυλάσσονται οι εικόνες “Ρίζα του Ιεσσαί” -η αναπαράσταση της οποίας ανάγεται στη βυζαντινή περίοδο- και “Τα Εισόδια της Θεοτόκου”. Η εκκλησία περιβάλλεται από πανέμορφη πλακόστρωτη πλατεία στην οποία υπάρχουν διάσπαρτα παρτέρια με δένδρα και λουλούδια.

 

ο Παλαιός Ναός του Αγίου Τίτου Η ανέγερση της εκκλησίας ξεκίνησε την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν οι κάτοικοι του Τυμπακίου αποφάσισαν να χτίσουν μεγαλύτερη εκκλησία από εκείνη του Αγίου Πνεύματος για τον εκκλησιασμό του όλο και αυξανόμενου πληθυσμού των χριστιανών. Η εκκλησία είναι ημιυπόγεια λόγω των περιορισμών που επέβαλλαν οι Τούρκοι ως προς το ύψος. Το 1885 λειτούργησαν για πρώτη φορά χριστιανοί ιερείς. Το καμπαναριό του Αγίου Τίτου, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Ν. Πλάτων, αποτελεί μνημείο Ενετικής τέχνης. Ανάμεσα στα τέμπλα των δύο κλιτών, μπροστά στον πεσσό του Αγίου Βήματος, διασώζονταν μέχρι και την δεκαετία του 1950 σε ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, η μεγάλη εφέστιος εικόνα του Αγίου Αποστόλου Τίτου (19ου αιώνος). Δυστυχώς καταστράφηκε από πυρκαγιά που ξεκίνησε από το καλάθι των σβησμένων κεριών. Όμοια της (του ίδιου ζωγράφου) υπάρχει στο προσκυνητάρι του νότιου πεσσού του Ναού του Αγίου Τίτου στο Ηράκλειο. Το 1943, η διοίκηση των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων, αποφάσισε την κατεδάφιση του παλαιού Ναού του Αγίου Τίτου, με σκοπό την χρησιμοποίηση των λαξευμένων πετρών του ως οικοδομικά υλικά για το νέο αεροδρόμιο που κατασκεύαζαν. Επιστράτευσαν μία ομάδα “αγγαρείας” απαρτιζόμενη από ντόπιους νέους. Το γεγονός προκάλεσε την οργή των κατοίκων και του εφημέριου του Ναού, παπά Γιώργη Μαρκαντωνάκη, ο οποίος απαγόρευσε στους νέους να συμμετάσχουν στην κατεδάφιση, λέγοντας προς τον γερμανό διοικητή: «Εμείς οι χριστιανοί χτίζουμε εκκλησίες, δεν γκρεμίζουμε!». Τότε εκείνος θύμωσε και έδωσε εντολή σε ένα γερμανό στρατιώτη να ανεβεί στην οροφή και να ξεκινήσει την κατεδάφιση από την νοτιοδυτική γωνία της. Μόλις κατάφερε εκείνος να ρίξει την πρώτη γωνιακή πέτρα, έπεσε κι ο ίδιος νεκρός! Οι στρατιώτες μαζί με τον επικεφαλή τους αξιωματικό, έφυγαν έντρομοι, ενώ οι ντόπιοι με δέος και θαυμασμό για την “άμεση επέμβαση” του Αγίου Τίτου, απέδωσαν δοξολογία στον Θεό για την εκ θαύματος διάσωση του Ναού.

 ο Νεότερος Ναός του Αγίου Τίτου

Το 1911 αποφασίστηκε η διεύρυνση του παλαιού Ναού του Αγίου Αποστόλου Τίτου διότι είχε αυξηθεί ο πληθυσμός και δημιουργήθηκε πρόβλημα χωρητικότητας. Όταν άρχισαν οι εργασίες για την κατεδάφιση των πλευρικών τοίχων, εγκαταστάθηκε εντός του Ναού, ένα σμάρι μέλισσες, από κάποια κυψέλη της περιοχής. Οι μέλισσες παρόλες τις προσπάθειες των εργατών, δεν επέτρεψαν τη συνέχιση των εργασιών, γεγονός που εκλήφθηκε ως «Σημείο Άνωθεν» για να μη πειραχτεί ο Ναός και έτσι αποφασίστηκε η ανοικοδόμηση μεγαλύτερου, δίπλα στον παλαιό.

Τα θεμέλια του νέου Ναού ετέθησαν το 1925 και το κτίριο αποπερατώθηκε το 1940, οπότε και τοποθετήθηκε μπροστά στον βορειοανατολικό πεσσό, ξύλινο προσκυνητάρι με εικόνα του Αγίου Τίτου έργο του ζωγράφου Νικολαΐδη.

Στην εικόνα αυτή υπάρχει έως και σήμερα μικρό θραύσμα σιδήρου το οποίο προήλθε από την πρόσκρουση βόμβας 800 Kg που έπεσε στον τρούλο του Ναού (βομβαρδισμός Τυμπακίου 1941) και καρφώθηκε στο τσιμεντένιο δάπεδο χωρίς όμως να εκραγεί! Στην επιφάνεια του δαπέδου έμειναν μόνο τα πτερύγια της βόμβας, ενώ στην οροφή από όπου πέρασε η βόμβα δημιουργήθηκε μικρή οπή στην οποία διακρίνονταν οι σιδηρόβεργες του μπετόν σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού και προκαλώντας την απορία πώς πέρασε ανάμεσά τους η βόμβα. Το θαύμα έγινε γνωστό στα περίχωρα και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής έσπευσαν να το δουν. Ο Ναός ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε μετά την γερμανική κατοχή.

Συλλογή φωτογραφιών με τις εκκλησίες της ευρύτερης περιοχής του Τυμπακίου.

Ιστορικά Στοιχεία

Πρώτη γραπτή αναφορά του οικισμού Chimbachi γίνεται σε έγγραφο του 1248: “…casale nomine Chimbachi quod habet bouum de terra duo”. Για την προέλευση της ονομασίας του, υπάρχουν πολλές εκδοχές. Σύμφωνα με τον Α. Λενακάκη, για την ερμηνεία του τοπωνυμίου η έρευνα πρέπει να στραφεί προς την αρχαία κρητική πόλη Θήβη και τη ρίζα ak- (= νερό): Θήβα + ρίζα ak + επίθημα –ιον > Θηβάκιον > Θηβάκι > Τηβάκι >Tibaki > Τημπάκι. Αργότερα λόγω παρετυμολογίας συνδέθηκε με τον τύμβο, από τον οποίο άντλησε την ορθογραφία του Τυμπάκι. (ολόκληρο το κείμενο του Α. Λενακάκη για το Τυμπάκι) Είναι δηλαδή το Τημπάκι η περιοχή της αρχαίας Θήβης με τα νερά της.

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Ενετούς (1204), το νησί χωρίστηκε διοικητικά σε επαρχίες. Η επαρχία γύρω από το Τυμπάκι ονομάστηκε “Πυργιώτισσα“.(ολόκληρο το κείμενο του Α. Λενακάκη για την Πυργιώτισσα) Η ερμηνεία του τοπωνυμίου Πυργιώτισσα, προσεγγίζεται για πρώτη φορά ετυμολογικά από τον Στέφανο Ξανθουδίδη (Μελετήματα, 2002): «Υπήρχεν κατά την βυζανταντινή εποχήν κατά την παραλίαν του σημερινού Τυμπακίου πύργος προς άμυναν κατά των πειρατών και εξ αυτού η παρακειμένη εκκλησία της Παναγίας εκαλείτο Παναγία Πυργιώτισσα και ούτως και σήμερον ακούγεται η σωζομένη παλαιά εκκλησία. Οι Ενετοί οχυρώσαντες πλησίον πύργον και καταστήσαντες αυτόν έδραν του Καστελλάνου εδέχθησαν το εγχώριον όνομα, διαστρέψαντες μόνον αυτό εις Priotissa».

Δήμος Τυμπακίου

Κατά την ψήφιση του Πρώτου Δημοτικού Νόμου -ο οποίος εφαρμόστηκε το 1879 μετά τη σύναψη της Σύμβασης της Χαλέπας- από την κρητική συνέλευση, η Κρήτη διοικητικά διαιρέθηκε σε επαρχίες οι οποίες χωρίστηκαν σε 86 δήμους. Η Επαρχία Πυργιωτίσσης με τον Δήμο Τυμπακίου και έδρα το Τυμπάκι, περιελάμβανε τα εξής χωριά: Τυμπάκι, Αγ. Ιωάννη, Καμιλάρι, Πιτσίδια, Σίβα, Βώρους, Φανερωμένη, Καλύβια, Γρηγοριά, Λαγολιό, Ρίζικα, Μαγαρικάρι, Καμάρες, Τεμενέλι, Καλοχωράφιτη και Κισσούς. Αυτή η διοικητική διαίρεση, συνέχισε να διατηρείται και την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913) και έπειτα, μετά τη Ένωση της Κρήτης με την τότε Ελλάδα υπό πρωθυπουργίας Ελ. Βενιζέλου.

Το 1997 με το σχέδιο “Καποδίστρια” καταργήθηκαν οι επαρχίες και δημιουργήθησαν οι λεγόμενοι “Καποδιστριακοί” Δήμοι. Ο Δήμος Τυμπακίου με έδρα το Τυμπάκι περιελάμβανε τα εξής Δημοτικά Διαμερίσματα: Τυμπάκι, Καμιλάρι, Πιτσίδια, Σίβα, Βώρους, Φανερωμένη, Γρηγοριά, Λαγολιό, Μαγαρικάρι, Καμάρες και Κλήμα. Το 2011, με το σχέδιο “Καλλικράτη”, ο Δήμος Τυμπακίου εντάχθηκε στον «Καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού. Η ένταξη αυτή έγινε παρά τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων του Τυμπακίου οι οποίοι και σήμερα πιστεύουν ότι η κατάργηση του Καποδιστριακού Δήμου είναι παράλογη και αντιαναπτυξιακή.

Τουρκοκρατία

Κατά την Τουρκοκρατία το Τυμπάκι κατοικήθηκε από πολλούς Τούρκους οι οποίοι καταδυνάστευαν τους Τυμπακιανούς ραγιάδες. Η γονιμότητα των εδαφών του και η θέση του -δρόμος επικοινωνίας της δυτικής Κρήτης προς την πεδιάδα της Μεσσαράς- είχε αναγκάσει τους Τούρκους να εγκαταστήσουν στο Τυμπάκι μόνιμη φρουρά για να φυλάσσει την περιοχή. Το Τυμπάκι κατά την περίοδο αυτή καταστράφηκε 2 φορές και δέχθηκε δεκάδες ληστρικές επιδρομές, σφαγές και διώξεις από τους γενίτσαρους βάρβαρους που κατοικούσαν στα γύρω χωριά, στην περιοχή Αμπαδιά. Το 1822 έλαβε χώρα στην περιοχή η πρώτη μεγάλη μάχη στην πεδιάδα της Μεσσαράς. Οι επαναστάτες με αρχηγό το Βουρδούμπα, τον Τσουδερό και τον Κορμούλη κατέλαβαν το χωριό Κλήμα, έπειτα από σκληρές μάχες με 2000 Τούρκους υπό την αρχηγεία των Μουσταφά Καψάλη και Αγριολίδη.

Γερμανική Κατοχή

Τον Φεβρουάριου του 1942, οι Γερμανοί κατακτητές προκειμένου να εγκατασταθούν στο Τυμπάκι, διέταξαν την εκκένωσή του δίνοντας διορία 15 ημερών. Οι Τυμπακιανοί μάζεψαν ότι μπορούσαν από τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στα γύρω χωριά. Η εικόνα του Αγίου Τίτου μεταφέρθηκε στην Παναγία Καλυβιανή.

Οι κατακτητές κατέστρεψαν όλα σχεδόν τα σπίτια -από τα 2000 περίπου σπίτια κατεδάφισαν τα 1920- εκτός από τα διώροφα και ορισμένα καινούργια τα οποία κράτησαν για να μένουν οι ίδιοι. Τις πέτρες από τα κατεστραμμένα σπίτια χρησιμοποίησαν για την επέκταση του τότε μικρού αεροδρομίου που άφησαν πίσω τους οι Άγγλοι. Τόσο για την κατεδάφιση των σπιτιών όσο και για την κατασκευή του αεροδρομίου χρησιμοποιήθηκαν “ομάδες αγγαρείας” που απαρτίζονταν και από τους ξεσπιτωμένους Τυμπακιανούς.

Μετά το τέλος του πολέμου οι κάτοικοι επανήλθαν στον τόπο τους, έψαξαν και βρήκαν τα θεμέλια των παλαιών τους σπιτιών και εκεί με πρόχειρα υλικά έφτιαξαν καλύβες για να στεγάσουν τις οικογένειες τους. Χωρίς καμία βοήθεια -εκτός από λίγα ξύλα και κάποια είδη ρουχισμού από βοήθεια ξένων κρατών- με πείσμα και εργατικότητα ξεκίνησαν την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους και της ζωής τους (Α. Σταυριανάκης, Το Τυμπάκι, 1996).

Το Τυμπάκι συγκαταλέγεται στο δίκτυο των 17 μαρτυρικών Δήμων και συγκεκριμένα των Καλαβρύτων, Νικαίας, Διστόμου, Δράμας, Δοξάτου, Βιάννου, Τυμπακίου, Παραμυθιάς, Κλεισούρας, Σερβίων, Νέας Αγχιάλου, Ανωγείων, Υπάτης, Λιδωρικίου, Καντάνου, Αετού, Χορτιάτη και των 4 Μαρτυρικών Κοινοτήτων, Κομμένου, Λεχόβου, Τσαριτσάνης και Τυμφρηστού. Περισσότερα στοιχεία θα βρείτε στο Δίκτυο Μαρτυρικών Δήμων

Τυμπάκι

Το Τυμπάκι είναι μια μεγάλη κωμόπολη (πληθυσμός 5800, ΕΣΥΕ 2011). Βρίσκεται σε απόσταση 60 km νοτιοδυτικά του Ηρακλείου, δυτικά της μεγαλύτερης και πλουσιότερης πεδιάδας της Κρήτης -την πεδιάδα της Μεσαράς- και σε απόσταση περίπου 2 km από τη θάλασσα.

Υποδομές – Υπηρεσίες