Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις – Τυμπάκι

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Ανδρέα Λενακάκη(*) “Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις” από τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.

(*)Φιλόλογος – Λαογράφος (Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών)

 

Το Τυμπάκι – Ντυμπάκι  – Τιμπάκι – Τημπάκι

             Πρώτη γραπτή αναφορά του οικισμού Chimbachi γίνεται σε έγγραφο του 1248, όπου υπάρχει μετόχι της Παλιανής έκτασης 2 ζευγαρών: casale nomine Chimbachi quod habet bouum de terra duo [1].

Mνεία του οικισμού γίνεται και το 1390 σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου της Κρήτης, στο οποίο αναφέρεται το Chimbachi στη Messarea ως ιδιοκτησία κάποιου Franciscus de Molino [2].

Στην απογραφή του 1577 από το Francesco Barozzi αναφέρεται ως Timbachi mettochio. O Pietro Castrofilaca στην απογραφή του το 1583 δεν αναφέρεται στον οικισμό, ενώ το 1630 ο Francesco Basilicata αναφέρει δυο οικισμούς με αυτό το όνομα Timbachi Apano και Timbachi Cato. Με την εσφαλμένη γραφή Timeachi και Timeachi cato αναφέρουν τον οικισμό στους χάρτες τους οι Nicolaus Visscher (1638), Vicenzo Coronelli (1689) και Georg Mattheus Seutter (1725 περίπου).

Στις τουρκικές απογραφές του 1671 και 1672 καταγράφεται, με την ορθή προφορά, ως Dibaki με 40 υπόχρεους σε φόρο κατοίκους. Το 1783 καταγράφεται εσφαλμένα Disbachy από τους De Bonneval και Dumas [3] στη μυστική έκθεσή τους. Οι ίδιοι το καταγράφουν ως Disbachi στο συνοδευτικό χάρτη τους. Με τη γραφή Dibaki καταγράφεται και το 1834 στην αιγυπτιακή απογραφή, με 95 χριστιανικές και 3 μουσουλμανικές οικογένειες. Ο Spart (1852) στο χάρτη του καταγράφει τον οικισμό ως Tybaki. Είναι η παλαιότερη καταγραφή του ονόματος του οικισμού με υ, η οποία το συνδέει προφανώς με την ελληνική λέξη τύμβος.  Σε έκθεση ωμοτήτων του 1866 ο οικισμός καταγράφεται ως Τυμπάκι [4].

Στην απογραφή του 1881 το Τυμπάκι ορίζεται ως έδρα δήμου με 1070 χριστιανούς κατοίκους και το 1900 με 1443. Το 1920 ορίζεται ξανά έδρα αγροτικού δήμου με 882 κατοίκους και το 1928 έδρα κοινότητας με 1855 κατοίκους. Το 1940 ο οικισμός γίνεται Τυμπάκιον με 2377, το 1951 με 3477, το 1961 με 2816, το 1971 με 3229, το 1981 με 3864, το 1991 με 5230 και το 2001 με 5007 κατοίκους. Το 1998 το Τυμπάκι έγινε έδρα του καποδιστριακού Δήμου Τυμπακίου, που περιλάμβανε όλους τους οικισμούς της επαρχίας της Πυργιώτισσας. Από το 2011 είναι ενταγμένο στον «καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού.

Οι προσδιορισμοί Απάνω και Κάτω που χρησιμοποιεί ο Francesco Basilicata δεν συναντώνται σε άλλες απογραφές. Πιθανότατα οι δυο οικισμοί εκείνοι της περιόδου να βρίσκονταν σε κοντινή μεταξύ τους απόσταση και να συγχωνεύτηκαν, είτε ο οικισμός Timbachi Apano να εγκαταλείφτηκε για άγνωστους λόγους. Στη συλλογική μνήμη ωστόσο, ακόμα και σήμερα, το Κάτω Τυμπάκι ταυτίζεται με τη σημερινή συνοικία Μετόχι, γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος [5]. Για το Απάνω Τυμπάκι και τη θέση του στο χώρο μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Μια πρώτη υπόθεση είναι να ταυτίσουμε τον οικισμό με τα ερείπια του οικισμού που βρίσκονταν στο Γέρο Σκίνο της περιοχής του σημερινού αεροδρομίου Τυμπακίου και τα οποία καταστράφηκαν κατά τις εργασίες κατασκευής του (βλ. τοπωνύμια Τυμπακίου: σχόλιο αρ. 229). Πιθανή αιτία της εγκατάλειψης να ήταν η εκδήλωση επιδημίας πανούκλας, όπως έγινε και με τον οικισμό Συμπάλλουσα. Σ’ αυτή την περίπτωση δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός Απάνω, καθώς η περιοχή του Γέρο Σκίνου βρισκόταν πιο κοντά στο βενετσιάνικο πύργο, ενώ το Κάτω Τυμπάκι δυτικότερα. Μια δεύτερη υπόθεση είναι να τον ταυτίσουμε με την περιοχή γύρω από τη δίκλιτη σαμαροσκεπή εκκλησία του Αγίου Τίτου [6] και βορείως προς αυτή. Και σ’ αυτή την  περίπτωση ο οικισμός είναι βορειότερος από το Κάτω Τυμπάκι και επομένως δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός Απάνω. Στις επόμενες απογραφές είτε λόγω της μικρής απόστασης, είτε λόγω της ενοποίησης των δυο οικισμών με την κατασκευή νέων κατοικιών, αντιμετωπίστηκε ως ένας ενιαίος οικισμός.

Ο Αλκιβιάδης Σταυριανάκης, πρώην πρόεδρος της Κοινότητας Τυμπακίου, στο υπόμνημά του προς το Υπουργείο των Εσωτερικών την 30.1.1957, σώζει την προφορική παράδοση για την ίδρυση του Τυμπακίου. «Τό Τυμπάκι ἱδρύθη ὑπό ποιμένος, ὅστις ἔλαβε μέρος ὡς ὑποτακτικός τοῦ Κιουπρουλῆ, στήν πολιορκίαν τοῦ Ἡρακλείου. Ὁ ἀνωτέρω ποιμήν μετά τήν ἅλωσιν τοῦ Ἡρακλείου ἔλαβεν ὡς δῶρον τό 1660 παρά τοῦ Κιουπουρλῆ 45 πρόβατα τά ὁποία ἔβοσκε εἰς τήν σημερινή θέσιν τοῦ χωρίου ὅπου ἐγκατέστησε τήν στάνην του καί ἔκτισε τό πρῶτον σπίτι. Πέριξ τῆς στάνης καί εἰς μικράν ἀπόστασιν εὑρίσκοντο οἱ οἰκισμοί Ἁγίου Ἀνδρέου, Ξηροῦ Χωριοῦ, Συμπάλλουσας, Ἁγίας Τριάδος καί Πυργιώτισσας. Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί τοῦ Ξηροῦ Χωριοῦ μετώκισαν πρῶτοι εἰς τόν περί τήν στάνην χῶρον, ὅπου εὑρέθη νερό, τοῦ ὁποίου οὗτοι ἐστεροῦντο πρότερον. Τούτους ἐμιμήθησαν ἀργότερον οἱ κάτοικοι τῆς Ἁγίας Τριάδος καί Συμπάλλουσας, εἰς τάς ὁποίας εἶχον καταφύγει καί οἱ διασωθέντες κάτοικοι τῆς Πυργιώτισσας, ἥτις εκαταστράφη ὑπό τῶν πειρατῶν, φοβούμενοι τήν κατά τάς ἐπαναστάσεις τουρκικήν ἐκδικητικότητα καί τήν ἐνεσκήψασαν ἐν τῷ μεταξύ πανώλην. Οὕτως προήλθεν τό Τυμπάκι» [7].

Τα ιστορικά σφάλματα και οι παραβλέψεις είναι εμφανέστατα στην παραπάνω εξιστόρηση. Δεν λαμβάνει υπόψη του ότι το Τυμπάκι υπήρχε τουλάχιστον από το 1248, ότι το «Ηράκλειο» έπεσε το 1669 και όχι το 1660. Η πληροφορία για ύπαρξη οικισμού βορείως του Τυμπακίου, στη θέση Αργουλιάς, με το όνομα Άγιος Ανδρέας, του οποίου σώζονται τα ερείπια, μας αναγκάζει να αποδεχτούμε ότι υπήρχαν δυο οικισμοί στην Πυργιώτισσα με το ίδιο όνομα (βλ. εδώ οικισμός Άγιος Ανδρέας)

Ως προς την προέλευση του ονόματος η γραφή του Τυμπακίου με υ κάνει την εμφάνιση της με την επικράτηση της ελληνικής γραφής στα επίσημα έγγραφα, επειδή ήταν διάχυτη η άποψη ότι το όνομα προέρχεται από τη λέξη τύμβος + υποκοριστικό επίθημα –άκιον > Τυμβάκιον. Την ίδια ερμηνεία δίνει και το κοινοτικό συμβούλιο Τυμπακίου στο προαναφερθέν υπόμνημά του προς το Υπουργείο Εσωτερικών: «Τό ὄνομα Τυμπάκι, ὑποκοριστικόν τοῦ ὀνόματος τύμβος, προέρχεται ἐκ τινός τύμβου, ὅστις ἀσφαλῶς ὑπήρχεν ἐκεῖ κατά τούς ἀρχαιοτάτους χρόνους».

Βέβαια το «ἀσφαλῶς ὑπήρχεν» δεν έχει ισχύ, καθώς τύμβοι, φυσικοί ή τεχνητοί, δεν υπήρξαν ποτέ στην περιοχή του Τυμπακίου. Οι πρώτοι θα έπρεπε να υπάρχουν ακόμα και σήμερα, οι δεύτεροι δεν υπήρξαν, καθώς η ταφική συνήθεια των τύμβων δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην Κρήτη.

Ο Σπανάκης αποδέχεται την ετυμολογία από τον τύμβο και την ύπαρξη του οικισμού Άγιος Ανδρέας «που ήταν βορειοανατολικά στο Τυμπάκι, στους πρόποδες κωνικού λόφου δηλαδή τύμβου απ’ όπου και το όνομα Τυμπάκι, υποκοριστικό του τύμβος» [8]. Τέτοιος λόφος όμως δεν υπάρχει.

Ο τυμπακιανός φιλόλογος Γ. Μαλεφιτσάκης, προφανώς επειδή δεν είχε πεισθεί από την παραγωγή του τοπωνυμίου από τη λέξη τύμβος, στις σημειώσεις του υπενθυμίζει στον εαυτό του να ερευνήσει την ύπαρξη ή όχι βενετσιάνικου επωνύμου Ντύμπος ή Ντούμπος «επειδή το Τυμπάκι αναφέρεται ως μετόχι Timbachi mettochio, δηλαδή τόπος που έμεναν οι καλλιεργητές – ενοικιαστές κάποιου φέουδου [9]. Προφανώς σ’ αυτή τη σκέψη τον οδήγησε η παρουσία του τοπωνυμίου στου Ντούμπο το Στρατάκι, που διασώζεται στην περιοχή του Τυμπακίου (βλ. ονομαστικός κατάλογος τπν Τυμπακίου).

Η Αργίνη Φραγκούλη ετυμολογεί το τοπωνύμιο Ντιμπάκι, που εντοπίζει στο Ρέθυμνο (;), από το αραβικό deba, που σημαίνει αρκούδα [10]. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μας, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του συγκεκριμένου τοπωνυμίου στο Ρέθυμνο, καθώς η μακαρίτισσα σήμερα Φραγκούλη δεν αναφέρει την περιοχή στην οποία το εντόπισε. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν στην συγκεκριμένη περιοχή υπάρχει ποτάμι ή λιμνάζοντα ύδατα.

Προσωπικά πιστεύω ότι η γραφή Τυμπάκι με υ είναι εσφαλμένη. Το τοπωνύμιο είναι Dibaki  και όχι TimbakiDibaki το αποκαλούν ακόμα και σήμερα οι κάτοικοί του και τους εαυτούς τους Dibακιανούς και όχι Τυμπακιανούς. Ο όρος Τυμπάκι προσδιόριζε το γενικότερο χώρο του κάμπου της Μεσαράς, βορειοδυτικά της Αγίας Τριάδας, από τους αμμόλοφους της Παχιάς Άμμου, στα σύνορα με το Καλαμάκι, μέχρι τον Κόκκινο Πύργο. Dυbακιανοί ήταν οι κάτοικοι της Αγίας Τριάδας, της Συμπάλλουσας, του Φωτεινόπουλου, ακόμα και του Ξηρού Χωριού και του Αγίου Ανδρέα (στον Αργουλιά), όπως και σήμερα οι κάτοικοι του Κόκκινου Πύργου αποκαλούνται και αυτοχαρακτηρίζονται Dibακιανοί. Ο όρος προσδιορίζει το χώρο εκείνο που βρεχόταν από το Γέρο Ποταμό και το Μάγερο και εκτεινόταν από την ελώδη περιοχή του Αφραθιά ως την Καταλυκή.

Για την ερμηνεία του τοπωνυμίου πιστεύω ότι η έρευνα πρέπει να στραφεί προς την αρχαία κρητική πόλη Θήβη και τη ρίζα ak- (= νερό): Θήβα + ρίζα ak + επίθημα –ιον > Θηβάκιον > Θηβάκι > Τηβάκι >Tibaki > Τημπάκι. Αργότερα λόγω παρετυμολογίας συνδέθηκε με τον τύμβο, από τον οποίο άντλησε την ορθογραφία του. Είναι δηλαδή το Τημπάκι η περιοχή της αρχαίας Θήβης με τα νερά της. Το ελώδες της περιοχής δεν μαρτυρεί μόνον η παρουσία του Γέρο Ποταμού, του Μαγέρου και τα τοπωνύμια στον Αφραθιά, στη gαταλυκή, στο Καβούσι κ.ά. αλλά και οι περιγραφές των επισκεπτών της περιοχής, όπως αυτή του Buondelmondi [11] και των De Bonneval Philippe – Dumas Mathieu: «Το έδαφος γύρω από το Τυμπάκι είναι υπερβολικά ελώδες. Αυτή η πολύ χαμηλή περιοχή πρέπει να πλημμυρίζει από τη θάλασσα» [12]. Μάλλον έτσι πρέπει να ερμηνεύσουμε τη γραφή Chimbachi των δυο πρώτων γραπτών αναφορών στον οικισμό. Το αρχικό Chi- σίγουρα δεν αποδίδει ηχητικά τη συλλαβή Ti- που χρησιμοποίησαν διακόσια χρόνια αργότερα οι απογραφείς. Ίσως είναι μια απόπειρα των ενετών να αποδώσουν τη συλλαβή Θη-, που πιθανόν επιβίωνε στο όνομα της περιοχής μέχρι τις μέρες τους, και, επειδή το γράμμα θ δεν αποδίδεται στα ιταλικά, η πρώτη συλλαβή Θη- αντικαταστάθηκε από τους ενετούς σε Τη-.

Ωστόσο η παρετυμολογία του τοπωνυμίου από το αρχαιοπρεπές τύμβος + -άκιον > Τυμβάκιον > Τυμπάκιον > Τυμπάκι υπερίσχυσε μέχρι και σήμερα.

Ανεξάρτητα όμως από την ερμηνεία που μπορεί να αποδεχτεί ή να δώσει κάποιος στο τοπωνύμιο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εκφορά του ονόματος. Σήμερα, όπως και στο παρελθόν – τουλάχιστον από το 1671 – το όνομα εκφέρεται ως Dυbάκι [13] και σε καμιά περίπτωση Τυμπάκι.

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

[1] Τσιρπανλής 1985, σελ. 195

[2] Santschi 1976, εγγρ. 1271, σελ. 279

[3] De Bonneval  2000, σελ. 289

[4] Τσατσαρωνάκη 1954, σελ. 26

[5] Ζωντανή ανάμνηση του οικισμού Κάτω Ντυμπάκι διατηρείται σήμερα στην προφορική παράδοση της θρυλικής Ελενιάς, της ερωμένης του καδή του Τυμπακίου, γνωστής για την επιρροή που ασκούσε στις αποφάσεις του, κάθε φορά που κάποιος οδηγούνταν στον καδή για να δικαστεί, ζητούσε τη βοήθεια της Ελενιάς, η οποία μ’ αυτό τον τρόπο προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στους υπόδουλους συγχωριανούς της. Σήμερα διατηρείται η φράση «Δε γίνεται ανε ντο πει κι η Ελενιά από το Κάτω Ντυμπάκι» στις περιπτώσεις που πρέπει να δηλωθεί το αδύνατο, το απίθανο να πραγματοποιηθεί (βλπ και Κ.Ε.Λ.  συλ. Χριστοδουλάκης Κων/νος, χργφο αρ. 2111, σελ. 22-23).  Η πληροφορία που  καταγράφει ο Σταυριανάκης (1996, σελ. 13), ότι δηλαδή η περίφημη Ελενιά καταγόταν από την οικογένεια Μανιαδάκη και έγινε ιδιαιτέρα του πασά του Ηρακλείου, πιθανόν να είναι πλησιέστερη στην πραγματικότητα, επειδή η γνωστή φράση λέγεται και έξω από τα όρια του Τυμπακίου και του νομού Ηρακλείου, γεγονός που επιβεβαιώνει τη φήμη της επιρροής της λησμονημένης, πλην όμως σημαντικής ιστορικής προσωπικότητας, που συνέβαλε σημαντικά στην προστασία των κρητικών σε μια δύσκολη περίοδο της ιστορίας του τόπου.

[6] Η εκκλησία αυτή προσδιορίζεται ως ο παλιός Άγιος Τίτος, για να διαφοροποιηθεί από τη νεότερη εκκλησία του Αγίου Τίτου που κτίστηκε ακριβώς δίπλα της. Τόσο ο παλιός Άγιος Τίτος, όσο και το Άγιο Πνεύμα έχουν καλυφθεί σε μεγάλο ύψος από τις προσχώσεις του ποταμού Μάγερος.

[7] Σταυριανάκης 1996, σελ. 97

[8] Σπανάκης 1991, τομ. Β, σελ. 780

[9] Μαλεφιτσάκης, τετράδιο 4ο, σελ. 54

[10] Φραγκούλη 2000, σελ. 329

[11] Buondelmondi 1981, σελ. 112

[12] De Bonneval 2000, σελ. 108

[13] Ως Ντιμπάκι αναφέρεται στα αρχεία ο τόπος καταγωγής του από την μητέρα μου διπάππου μου Δρεττάκη Σπυρίδωνα, βουλευτού της Κρητικής Πολιτείας.