1.364 πτυχιούχοι φυσικής αγωγής με οκτάμηνες συμβάσεις σε 125 δήμους

Στην πρόσληψη 1.364 πτυχιούχων Φυσικής Αγωγής προχωρούν άμεσα 125 δήμοι και δημοτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου Προγράμματος «Αθληση για Ολους».

Η διαδικασία προκήρυξης των θέσεων έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ οι επιτυχόντες θα απασχοληθούν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας οκτώ μηνών.

Αρμόδιοι για την έκδοση των προκηρύξεων είναι οι ίδιοι οι δήμοι.

Την κατανομή των θέσεων ανά Αποκεντρωμένη Διοίκηση και Δήμο μπορείτε να δείτε εδώ

(ΕΧΕΙ ΛΗΞΕΙ) Μέχρι 29/10 οι αιτήσεις για τις 90 θέσεις Γεωπόνων και Κτηνιάτρων στον ΕΛ.Γ.Α.

Την πρόσληψη 83 ΠΕ Γεωπόνων και 7 ΠΕ Κτηνιάτρων για 4 μήνες, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την κάλυψη εποχικών ή παροδικών αναγκών των υπηρεσιών (ανά την Επικράτεια) ανακοίνωσε ο ΕΛ.Γ.Α..

Για τις θέσεις των Γεωπόνων απαιτούνται:

α) Πτυχίο ή δίπλωμα Γεωπόνου Τμήματος : Γεωπονίας ή Φυτικής Παραγωγής ή Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής ή Ζωικής Παραγωγής ή Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής και Υδατοκαλλιεργειών ή Γεωπονίας Φυτικής και Ζωικής Παραγωγής ή

Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας (πρώην Γεωργικής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας) ή Γεωργικής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας ή Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης (πρώην Γεωργικής Οικονομίας) ή Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων (πρώην Γεωργικών Βιομηχανιών) ή Γεωργικών Βιομηχανιών ή Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Γεωργικής Μηχανικής (πρώην Εγγείων Βελτιώσεων και Γεωργικής Μηχανικής) ή Εγγείων Βελτιώσεων και Γεωργικής Μηχανικής ή Γεωπονίας Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος ή Αγροτικής Ανάπτυξης ή Γεωργικής Οικονομίας ΑΕΙ ή το ομώνυμο πτυχίο ή δίπλωμα Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π) ΑΕΙ ή Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε) ΑΕΙ ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ ή Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π) ΑΕΙ ή Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε) ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμος τίτλος σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,

β) Άδεια άσκησης επαγγέλματος Γεωπόνου.

γ) Γνώση χειρισμού Η/Υ στα αντικείμενα: i) επεξεργασίας κειμένων, ii) υπολογιστικών φύλλων και iii) υπηρεσιών διαδικτύου.

Για τις θέσεις των Κτηνιάτρων απαιτούνται:

α) Πτυχίο ή δίπλωμα Κτηνιατρικής ΑΕΙ ή το ομώνυμο πτυχίο ή δίπλωμα Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π) ΑΕΙ ή Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε) ΑΕΙ ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ ή

Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π) ΑΕΙ ή Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε) ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμος τίτλος σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,

β) Άδεια άσκησης επαγγέλματος Κτηνίατρου.

γ) Γνώση χειρισμού Η/Υ στα αντικείμενα:i) επεξεργασίας κειμένων, ii) υπολογιστικών φύλλων και iii) υπηρεσιών διαδικτύου

Οι προσλαμβανόμενοι θα πρέπει να μεριμνούν για τη μετάβασή τους στο χώρο παροχής της υπηρεσίας τους, διότι η υπηρεσία δεν διαθέτει μεταφορικό μέσο για το σκοπό αυτό.

Οι υπηρεσίες του παραπάνω προσωπικού θα παρέχονται στους χώρους γεωγραφικής δικαιοδοσίας της Κεντρικής Διοίκησης και των Περιφερειακών Υποκαταστημάτων του ΕΛ.Γ.Α. με έδρα τις έδρες των Υπηρεσιών αυτών, ανάλογα με τις εκάστοτε παρουσιαζόμενες εποχικές ανάγκες, που προκύπτουν κάθε φορά.

Η άρνηση ανάληψης εργασίας ή αλλαγής έδρας για κάλυψη υπηρεσιακών εποχικών αναγκών ή μετάβασης στο χώρο παροχής της υπηρεσίας τους, αποτελεί λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του υποψηφίου και για τον υπόλοιπο χρόνο θα προσλαμβάνεται ο επόμενος του πίνακα κατάταξης.

Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να συμπληρώσουν την αίτηση με κωδικό ΕΝΤΥΠΟ ΑΣΕΠ ΣΟΧ.3 και να την υποβάλουν, είτε αυτοπροσώπως, είτε με άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτούς πρόσωπο, εφόσον η εξουσιοδότηση φέρει την υπογραφή τους θεωρημένη από δημόσια αρχή, είτε ταχυδρομικά με συστημένη επιστολή, στα γραφεία της Κεντρικής Διοίκησης του ΕΛ.Γ.Α. στην ακόλουθη διεύθυνση: Μεσογείων 45, Τ.Κ. 115 10 – ΑΘΗΝΑ, απευθύνοντάς την στο Τμήμα Προσωπικού υπόψιν κ. Μ. Πατρελάκη (τηλ. επικοινωνίας: 210 -7490476 – 576 – 490).

Για περισσότερες πληροφορίες για τα δικαιολογητικά και το έντυπο της αίτησης στην ιστοσελίδα του ΕΛΓΑ εδώ

 

(ΕΧΕΙ ΛΗΞΕΙ) Ξεκίνησαν οι αιτήσεις για το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στον ΟΠΕΚΕΠΕ

http://www.opekepe.gr/one.asp?id=1104474546&year=2013&cat=A

Ξεκίνησαν οι αιτήσεις για το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στον ΟΠΕΚΕΠΕ

Αντικείμενο του Προγράμματος αποτελεί η δημιουργία ενός συστήματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, με τη μορφή επιδοτούμενης συμμετοχής στο σύστημα διάρκειας 800 ωρών σε 445 άνεργους επιστήμονες Πανεπιστημιακής ή Τεχνολογικής εκπαίδευσης οι οποίοι είναι εξειδικευμένοι σε αντικείμενα συναφή με τον αγροτικό χώρο και συγκεκριμένα σε άνεργους γεωτεχνικούς (γεωπόνους, δασολόγους, κτηνιάτρους), τοπογράφους μηχανικούς, οικονομολόγους. Η συμμετοχή των ωφελουμένων στο σύστημα θα υλοποιηθεί και στις 13 περιφέρειες της χώρας.

Για την συμμετοχή των ωφελουμένων στο ενιαίο σύστημα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας προβλέπεται επίδομα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας το οποίο ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 4.258,00 € συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων κρατήσεων και των κρατήσεων για ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικού κινδύνου για κάθε ωφελούμενο.

Κάθε ενδιαφερόμενος για να συμμετέχει στην Πράξη «Ανάπτυξη και υλοποίηση ενιαίου συστήματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για άνεργους επιστήμονες με ειδίκευση/εξειδίκευση στον αγροτικό χώρο θα πρέπει να συμπληρώσει και να υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου στην ιστοσελίδα του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Εwww.opekepe.gr τη φόρμα «Αίτηση Συμμετοχής» από την Δευτέρα 14/10/2013 και το αργότερο μέχρι τις 29/10/2013 και ώρα 14.00.

Ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάπτυξης και υλοποίησης του ενιαίου συστήματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας παρέχει στους εμπλεκόμενους στο σύστημα, Υπηρεσίες Υποστήριξης, οι οποίες αφορούν τους όρους και τις διαδικασίες υλοποίησής του από το Γραφείο Υποδοχής (HELP DESK), με στοιχεία επικοινωνίας: τηλ. 210 8802532, 210- 8802426, e-mail: zoi.kentrou@opekepe.gr, argyro.kranidioti@opekepe.gr.

Προγράμματα του ΟΑΕΔ για τη στήριξη ανέργων (λήξη 18/10/2013)

1) Ειδικό Διετές Πρόγραμμα προώθησης της απασχόλησης με επιχορήγηση των ασφαλιστικών εισφορών, για την πρόσληψη 25.000 ανέργων

 

Λήγει την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013 η προθεσμία υποβολής ηλεκτρονικών αιτήσεων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, για συμμετοχή στο Ειδικό διετές Πρόγραμμα προώθησης της απασχόλησης με επιχορήγηση των ασφαλιστικών εισφορών, για την πρόσληψη 25.000 ανέργων, για τις Διοικητικές Περιφέρειες που ανήκουν στους Άξονες Προτεραιότητας 7 και 8.

 

Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υπαγωγής σε αυτό, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν στην ιστοσελίδα του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, www.oaed.gr, στις «Νέες Δράσεις – Προγράμματα», Ειδικό διετές Πρόγραμμα προώθησης της απασχόλησης με επιχορήγηση των ασφαλιστικών εισφορών, για την πρόσληψη 25.000 ανέργων.

 

2) «Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού (Δήμων και Περιφερειών) για την απασχόληση ανέργων ηλικίας 55-64 ετών»

 

Λήγει την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013 η προθεσμία υποβολής ηλεκτρονικών αιτήσεων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, για συμμετοχή στο «Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού (Δήμων και Περιφερειών) για την απασχόληση ανέργων ηλικίας 55-64 ετών».

 

Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υπαγωγής σε αυτό, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν στην ιστοσελίδα του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, www.oaed.gr, στις «Νέες Δράσεις – Προγράμματα», «Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού (Δήμων και Περιφερειών) για την απασχόληση ανέργων ηλικίας 55-64 ετών».

Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις – Τυμπάκι

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Ανδρέα Λενακάκη(*) “Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις” από τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.

(*)Φιλόλογος – Λαογράφος (Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών)

 

Το Τυμπάκι – Ντυμπάκι  – Τιμπάκι – Τημπάκι

             Πρώτη γραπτή αναφορά του οικισμού Chimbachi γίνεται σε έγγραφο του 1248, όπου υπάρχει μετόχι της Παλιανής έκτασης 2 ζευγαρών: casale nomine Chimbachi quod habet bouum de terra duo [1].

Mνεία του οικισμού γίνεται και το 1390 σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου της Κρήτης, στο οποίο αναφέρεται το Chimbachi στη Messarea ως ιδιοκτησία κάποιου Franciscus de Molino [2].

Στην απογραφή του 1577 από το Francesco Barozzi αναφέρεται ως Timbachi mettochio. O Pietro Castrofilaca στην απογραφή του το 1583 δεν αναφέρεται στον οικισμό, ενώ το 1630 ο Francesco Basilicata αναφέρει δυο οικισμούς με αυτό το όνομα Timbachi Apano και Timbachi Cato. Με την εσφαλμένη γραφή Timeachi και Timeachi cato αναφέρουν τον οικισμό στους χάρτες τους οι Nicolaus Visscher (1638), Vicenzo Coronelli (1689) και Georg Mattheus Seutter (1725 περίπου).

Στις τουρκικές απογραφές του 1671 και 1672 καταγράφεται, με την ορθή προφορά, ως Dibaki με 40 υπόχρεους σε φόρο κατοίκους. Το 1783 καταγράφεται εσφαλμένα Disbachy από τους De Bonneval και Dumas [3] στη μυστική έκθεσή τους. Οι ίδιοι το καταγράφουν ως Disbachi στο συνοδευτικό χάρτη τους. Με τη γραφή Dibaki καταγράφεται και το 1834 στην αιγυπτιακή απογραφή, με 95 χριστιανικές και 3 μουσουλμανικές οικογένειες. Ο Spart (1852) στο χάρτη του καταγράφει τον οικισμό ως Tybaki. Είναι η παλαιότερη καταγραφή του ονόματος του οικισμού με υ, η οποία το συνδέει προφανώς με την ελληνική λέξη τύμβος.  Σε έκθεση ωμοτήτων του 1866 ο οικισμός καταγράφεται ως Τυμπάκι [4].

Στην απογραφή του 1881 το Τυμπάκι ορίζεται ως έδρα δήμου με 1070 χριστιανούς κατοίκους και το 1900 με 1443. Το 1920 ορίζεται ξανά έδρα αγροτικού δήμου με 882 κατοίκους και το 1928 έδρα κοινότητας με 1855 κατοίκους. Το 1940 ο οικισμός γίνεται Τυμπάκιον με 2377, το 1951 με 3477, το 1961 με 2816, το 1971 με 3229, το 1981 με 3864, το 1991 με 5230 και το 2001 με 5007 κατοίκους. Το 1998 το Τυμπάκι έγινε έδρα του καποδιστριακού Δήμου Τυμπακίου, που περιλάμβανε όλους τους οικισμούς της επαρχίας της Πυργιώτισσας. Από το 2011 είναι ενταγμένο στον «καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού.

Οι προσδιορισμοί Απάνω και Κάτω που χρησιμοποιεί ο Francesco Basilicata δεν συναντώνται σε άλλες απογραφές. Πιθανότατα οι δυο οικισμοί εκείνοι της περιόδου να βρίσκονταν σε κοντινή μεταξύ τους απόσταση και να συγχωνεύτηκαν, είτε ο οικισμός Timbachi Apano να εγκαταλείφτηκε για άγνωστους λόγους. Στη συλλογική μνήμη ωστόσο, ακόμα και σήμερα, το Κάτω Τυμπάκι ταυτίζεται με τη σημερινή συνοικία Μετόχι, γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος [5]. Για το Απάνω Τυμπάκι και τη θέση του στο χώρο μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Μια πρώτη υπόθεση είναι να ταυτίσουμε τον οικισμό με τα ερείπια του οικισμού που βρίσκονταν στο Γέρο Σκίνο της περιοχής του σημερινού αεροδρομίου Τυμπακίου και τα οποία καταστράφηκαν κατά τις εργασίες κατασκευής του (βλ. τοπωνύμια Τυμπακίου: σχόλιο αρ. 229). Πιθανή αιτία της εγκατάλειψης να ήταν η εκδήλωση επιδημίας πανούκλας, όπως έγινε και με τον οικισμό Συμπάλλουσα. Σ’ αυτή την περίπτωση δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός Απάνω, καθώς η περιοχή του Γέρο Σκίνου βρισκόταν πιο κοντά στο βενετσιάνικο πύργο, ενώ το Κάτω Τυμπάκι δυτικότερα. Μια δεύτερη υπόθεση είναι να τον ταυτίσουμε με την περιοχή γύρω από τη δίκλιτη σαμαροσκεπή εκκλησία του Αγίου Τίτου [6] και βορείως προς αυτή. Και σ’ αυτή την  περίπτωση ο οικισμός είναι βορειότερος από το Κάτω Τυμπάκι και επομένως δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός Απάνω. Στις επόμενες απογραφές είτε λόγω της μικρής απόστασης, είτε λόγω της ενοποίησης των δυο οικισμών με την κατασκευή νέων κατοικιών, αντιμετωπίστηκε ως ένας ενιαίος οικισμός.

Ο Αλκιβιάδης Σταυριανάκης, πρώην πρόεδρος της Κοινότητας Τυμπακίου, στο υπόμνημά του προς το Υπουργείο των Εσωτερικών την 30.1.1957, σώζει την προφορική παράδοση για την ίδρυση του Τυμπακίου. «Τό Τυμπάκι ἱδρύθη ὑπό ποιμένος, ὅστις ἔλαβε μέρος ὡς ὑποτακτικός τοῦ Κιουπρουλῆ, στήν πολιορκίαν τοῦ Ἡρακλείου. Ὁ ἀνωτέρω ποιμήν μετά τήν ἅλωσιν τοῦ Ἡρακλείου ἔλαβεν ὡς δῶρον τό 1660 παρά τοῦ Κιουπουρλῆ 45 πρόβατα τά ὁποία ἔβοσκε εἰς τήν σημερινή θέσιν τοῦ χωρίου ὅπου ἐγκατέστησε τήν στάνην του καί ἔκτισε τό πρῶτον σπίτι. Πέριξ τῆς στάνης καί εἰς μικράν ἀπόστασιν εὑρίσκοντο οἱ οἰκισμοί Ἁγίου Ἀνδρέου, Ξηροῦ Χωριοῦ, Συμπάλλουσας, Ἁγίας Τριάδος καί Πυργιώτισσας. Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί τοῦ Ξηροῦ Χωριοῦ μετώκισαν πρῶτοι εἰς τόν περί τήν στάνην χῶρον, ὅπου εὑρέθη νερό, τοῦ ὁποίου οὗτοι ἐστεροῦντο πρότερον. Τούτους ἐμιμήθησαν ἀργότερον οἱ κάτοικοι τῆς Ἁγίας Τριάδος καί Συμπάλλουσας, εἰς τάς ὁποίας εἶχον καταφύγει καί οἱ διασωθέντες κάτοικοι τῆς Πυργιώτισσας, ἥτις εκαταστράφη ὑπό τῶν πειρατῶν, φοβούμενοι τήν κατά τάς ἐπαναστάσεις τουρκικήν ἐκδικητικότητα καί τήν ἐνεσκήψασαν ἐν τῷ μεταξύ πανώλην. Οὕτως προήλθεν τό Τυμπάκι» [7].

Τα ιστορικά σφάλματα και οι παραβλέψεις είναι εμφανέστατα στην παραπάνω εξιστόρηση. Δεν λαμβάνει υπόψη του ότι το Τυμπάκι υπήρχε τουλάχιστον από το 1248, ότι το «Ηράκλειο» έπεσε το 1669 και όχι το 1660. Η πληροφορία για ύπαρξη οικισμού βορείως του Τυμπακίου, στη θέση Αργουλιάς, με το όνομα Άγιος Ανδρέας, του οποίου σώζονται τα ερείπια, μας αναγκάζει να αποδεχτούμε ότι υπήρχαν δυο οικισμοί στην Πυργιώτισσα με το ίδιο όνομα (βλ. εδώ οικισμός Άγιος Ανδρέας)

Ως προς την προέλευση του ονόματος η γραφή του Τυμπακίου με υ κάνει την εμφάνιση της με την επικράτηση της ελληνικής γραφής στα επίσημα έγγραφα, επειδή ήταν διάχυτη η άποψη ότι το όνομα προέρχεται από τη λέξη τύμβος + υποκοριστικό επίθημα –άκιον > Τυμβάκιον. Την ίδια ερμηνεία δίνει και το κοινοτικό συμβούλιο Τυμπακίου στο προαναφερθέν υπόμνημά του προς το Υπουργείο Εσωτερικών: «Τό ὄνομα Τυμπάκι, ὑποκοριστικόν τοῦ ὀνόματος τύμβος, προέρχεται ἐκ τινός τύμβου, ὅστις ἀσφαλῶς ὑπήρχεν ἐκεῖ κατά τούς ἀρχαιοτάτους χρόνους».

Βέβαια το «ἀσφαλῶς ὑπήρχεν» δεν έχει ισχύ, καθώς τύμβοι, φυσικοί ή τεχνητοί, δεν υπήρξαν ποτέ στην περιοχή του Τυμπακίου. Οι πρώτοι θα έπρεπε να υπάρχουν ακόμα και σήμερα, οι δεύτεροι δεν υπήρξαν, καθώς η ταφική συνήθεια των τύμβων δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην Κρήτη.

Ο Σπανάκης αποδέχεται την ετυμολογία από τον τύμβο και την ύπαρξη του οικισμού Άγιος Ανδρέας «που ήταν βορειοανατολικά στο Τυμπάκι, στους πρόποδες κωνικού λόφου δηλαδή τύμβου απ’ όπου και το όνομα Τυμπάκι, υποκοριστικό του τύμβος» [8]. Τέτοιος λόφος όμως δεν υπάρχει.

Ο τυμπακιανός φιλόλογος Γ. Μαλεφιτσάκης, προφανώς επειδή δεν είχε πεισθεί από την παραγωγή του τοπωνυμίου από τη λέξη τύμβος, στις σημειώσεις του υπενθυμίζει στον εαυτό του να ερευνήσει την ύπαρξη ή όχι βενετσιάνικου επωνύμου Ντύμπος ή Ντούμπος «επειδή το Τυμπάκι αναφέρεται ως μετόχι Timbachi mettochio, δηλαδή τόπος που έμεναν οι καλλιεργητές – ενοικιαστές κάποιου φέουδου [9]. Προφανώς σ’ αυτή τη σκέψη τον οδήγησε η παρουσία του τοπωνυμίου στου Ντούμπο το Στρατάκι, που διασώζεται στην περιοχή του Τυμπακίου (βλ. ονομαστικός κατάλογος τπν Τυμπακίου).

Η Αργίνη Φραγκούλη ετυμολογεί το τοπωνύμιο Ντιμπάκι, που εντοπίζει στο Ρέθυμνο (;), από το αραβικό deba, που σημαίνει αρκούδα [10]. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μας, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του συγκεκριμένου τοπωνυμίου στο Ρέθυμνο, καθώς η μακαρίτισσα σήμερα Φραγκούλη δεν αναφέρει την περιοχή στην οποία το εντόπισε. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν στην συγκεκριμένη περιοχή υπάρχει ποτάμι ή λιμνάζοντα ύδατα.

Προσωπικά πιστεύω ότι η γραφή Τυμπάκι με υ είναι εσφαλμένη. Το τοπωνύμιο είναι Dibaki  και όχι TimbakiDibaki το αποκαλούν ακόμα και σήμερα οι κάτοικοί του και τους εαυτούς τους Dibακιανούς και όχι Τυμπακιανούς. Ο όρος Τυμπάκι προσδιόριζε το γενικότερο χώρο του κάμπου της Μεσαράς, βορειοδυτικά της Αγίας Τριάδας, από τους αμμόλοφους της Παχιάς Άμμου, στα σύνορα με το Καλαμάκι, μέχρι τον Κόκκινο Πύργο. Dυbακιανοί ήταν οι κάτοικοι της Αγίας Τριάδας, της Συμπάλλουσας, του Φωτεινόπουλου, ακόμα και του Ξηρού Χωριού και του Αγίου Ανδρέα (στον Αργουλιά), όπως και σήμερα οι κάτοικοι του Κόκκινου Πύργου αποκαλούνται και αυτοχαρακτηρίζονται Dibακιανοί. Ο όρος προσδιορίζει το χώρο εκείνο που βρεχόταν από το Γέρο Ποταμό και το Μάγερο και εκτεινόταν από την ελώδη περιοχή του Αφραθιά ως την Καταλυκή.

Για την ερμηνεία του τοπωνυμίου πιστεύω ότι η έρευνα πρέπει να στραφεί προς την αρχαία κρητική πόλη Θήβη και τη ρίζα ak- (= νερό): Θήβα + ρίζα ak + επίθημα –ιον > Θηβάκιον > Θηβάκι > Τηβάκι >Tibaki > Τημπάκι. Αργότερα λόγω παρετυμολογίας συνδέθηκε με τον τύμβο, από τον οποίο άντλησε την ορθογραφία του. Είναι δηλαδή το Τημπάκι η περιοχή της αρχαίας Θήβης με τα νερά της. Το ελώδες της περιοχής δεν μαρτυρεί μόνον η παρουσία του Γέρο Ποταμού, του Μαγέρου και τα τοπωνύμια στον Αφραθιά, στη gαταλυκή, στο Καβούσι κ.ά. αλλά και οι περιγραφές των επισκεπτών της περιοχής, όπως αυτή του Buondelmondi [11] και των De Bonneval Philippe – Dumas Mathieu: «Το έδαφος γύρω από το Τυμπάκι είναι υπερβολικά ελώδες. Αυτή η πολύ χαμηλή περιοχή πρέπει να πλημμυρίζει από τη θάλασσα» [12]. Μάλλον έτσι πρέπει να ερμηνεύσουμε τη γραφή Chimbachi των δυο πρώτων γραπτών αναφορών στον οικισμό. Το αρχικό Chi- σίγουρα δεν αποδίδει ηχητικά τη συλλαβή Ti- που χρησιμοποίησαν διακόσια χρόνια αργότερα οι απογραφείς. Ίσως είναι μια απόπειρα των ενετών να αποδώσουν τη συλλαβή Θη-, που πιθανόν επιβίωνε στο όνομα της περιοχής μέχρι τις μέρες τους, και, επειδή το γράμμα θ δεν αποδίδεται στα ιταλικά, η πρώτη συλλαβή Θη- αντικαταστάθηκε από τους ενετούς σε Τη-.

Ωστόσο η παρετυμολογία του τοπωνυμίου από το αρχαιοπρεπές τύμβος + -άκιον > Τυμβάκιον > Τυμπάκιον > Τυμπάκι υπερίσχυσε μέχρι και σήμερα.

Ανεξάρτητα όμως από την ερμηνεία που μπορεί να αποδεχτεί ή να δώσει κάποιος στο τοπωνύμιο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εκφορά του ονόματος. Σήμερα, όπως και στο παρελθόν – τουλάχιστον από το 1671 – το όνομα εκφέρεται ως Dυbάκι [13] και σε καμιά περίπτωση Τυμπάκι.

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

[1] Τσιρπανλής 1985, σελ. 195

[2] Santschi 1976, εγγρ. 1271, σελ. 279

[3] De Bonneval  2000, σελ. 289

[4] Τσατσαρωνάκη 1954, σελ. 26

[5] Ζωντανή ανάμνηση του οικισμού Κάτω Ντυμπάκι διατηρείται σήμερα στην προφορική παράδοση της θρυλικής Ελενιάς, της ερωμένης του καδή του Τυμπακίου, γνωστής για την επιρροή που ασκούσε στις αποφάσεις του, κάθε φορά που κάποιος οδηγούνταν στον καδή για να δικαστεί, ζητούσε τη βοήθεια της Ελενιάς, η οποία μ’ αυτό τον τρόπο προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στους υπόδουλους συγχωριανούς της. Σήμερα διατηρείται η φράση «Δε γίνεται ανε ντο πει κι η Ελενιά από το Κάτω Ντυμπάκι» στις περιπτώσεις που πρέπει να δηλωθεί το αδύνατο, το απίθανο να πραγματοποιηθεί (βλπ και Κ.Ε.Λ.  συλ. Χριστοδουλάκης Κων/νος, χργφο αρ. 2111, σελ. 22-23).  Η πληροφορία που  καταγράφει ο Σταυριανάκης (1996, σελ. 13), ότι δηλαδή η περίφημη Ελενιά καταγόταν από την οικογένεια Μανιαδάκη και έγινε ιδιαιτέρα του πασά του Ηρακλείου, πιθανόν να είναι πλησιέστερη στην πραγματικότητα, επειδή η γνωστή φράση λέγεται και έξω από τα όρια του Τυμπακίου και του νομού Ηρακλείου, γεγονός που επιβεβαιώνει τη φήμη της επιρροής της λησμονημένης, πλην όμως σημαντικής ιστορικής προσωπικότητας, που συνέβαλε σημαντικά στην προστασία των κρητικών σε μια δύσκολη περίοδο της ιστορίας του τόπου.

[6] Η εκκλησία αυτή προσδιορίζεται ως ο παλιός Άγιος Τίτος, για να διαφοροποιηθεί από τη νεότερη εκκλησία του Αγίου Τίτου που κτίστηκε ακριβώς δίπλα της. Τόσο ο παλιός Άγιος Τίτος, όσο και το Άγιο Πνεύμα έχουν καλυφθεί σε μεγάλο ύψος από τις προσχώσεις του ποταμού Μάγερος.

[7] Σταυριανάκης 1996, σελ. 97

[8] Σπανάκης 1991, τομ. Β, σελ. 780

[9] Μαλεφιτσάκης, τετράδιο 4ο, σελ. 54

[10] Φραγκούλη 2000, σελ. 329

[11] Buondelmondi 1981, σελ. 112

[12] De Bonneval 2000, σελ. 108

[13] Ως Ντιμπάκι αναφέρεται στα αρχεία ο τόπος καταγωγής του από την μητέρα μου διπάππου μου Δρεττάκη Σπυρίδωνα, βουλευτού της Κρητικής Πολιτείας.

 

Δήμος Τυμπακίου

Κατά την ψήφιση του Πρώτου Δημοτικού Νόμου -ο οποίος εφαρμόστηκε το 1879 μετά τη σύναψη της Σύμβασης της Χαλέπας- από την κρητική συνέλευση, η Κρήτη διοικητικά διαιρέθηκε σε επαρχίες οι οποίες χωρίστηκαν σε 86 δήμους. Η Επαρχία Πυργιωτίσσης με τον Δήμο Τυμπακίου και έδρα το Τυμπάκι, περιελάμβανε τα εξής χωριά: Τυμπάκι, Αγ. Ιωάννη, Καμιλάρι, Πιτσίδια, Σίβα, Βώρους, Φανερωμένη, Καλύβια, Γρηγοριά, Λαγολιό, Ρίζικα, Μαγαρικάρι, Καμάρες, Τεμενέλι, Καλοχωράφιτη και Κισσούς. Αυτή η διοικητική διαίρεση, συνέχισε να διατηρείται και την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913) και έπειτα, μετά τη Ένωση της Κρήτης με την τότε Ελλάδα υπό πρωθυπουργίας Ελ. Βενιζέλου.

Το 1997 με το σχέδιο “Καποδίστρια” καταργήθηκαν οι επαρχίες και δημιουργήθησαν οι λεγόμενοι “Καποδιστριακοί” Δήμοι. Ο Δήμος Τυμπακίου με έδρα το Τυμπάκι περιελάμβανε τα εξής Δημοτικά Διαμερίσματα: Τυμπάκι, Καμιλάρι, Πιτσίδια, Σίβα, Βώρους, Φανερωμένη, Γρηγοριά, Λαγολιό, Μαγαρικάρι, Καμάρες και Κλήμα. Το 2011, με το σχέδιο “Καλλικράτη”, ο Δήμος Τυμπακίου εντάχθηκε στον «Καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού. Η ένταξη αυτή έγινε παρά τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων του Τυμπακίου οι οποίοι και σήμερα πιστεύουν ότι η κατάργηση του Καποδιστριακού Δήμου είναι παράλογη και αντιαναπτυξιακή.

Εκκλησίες

Στο Τυμπάκι υπάρχουν τέσσερις ενορίες: του Αγίου Πνεύματος, του Αγίου Τίτου, της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Ιωάννη στον Κόκκινο Πύργο.

Το Άγιο Πνεύμα

Η εκκλησία του Αγίου Πνεύματος είναι η παλαιότερη εκκλησία του Τυμπακίου. Η πρώτη εκκλησία χτίστηκε περί τον 14ο – 15ο αιώνα. Το ημικωνικό σχήμα επάνω από την πόρτα εισόδου της εκκλησίας και μέσα σε αυτό  το υπέρθυρο η εικόνα της Αγίας Τριάδος, χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Παλαιολόγειων χρόνων, μαρτυρούν ότι πρόκειται για βυζαντινή εκκλησία.  Σύμφωνα με τον Χ. Γεωργιλάκη, η ερημοποίηση της περιοχής για 150 χρόνια είχε ως συνέπεια η εκκλησία να εγκαταλειφθεί και το μεγαλύτερο μέρος της να καταστραφεί. Η αναστήλωση της ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1844, ημερομηνία που υπάρχει στο κεφαλάρι της πόρτας. Στο Άγιο Πνεύμα φυλάσσονται οι εικόνες “Ρίζα του Ιεσσαί” -η αναπαράσταση της οποίας ανάγεται στη βυζαντινή περίοδο- και “Τα Εισόδια της Θεοτόκου”. Η εκκλησία περιβάλλεται από πανέμορφη πλακόστρωτη πλατεία στην οποία υπάρχουν διάσπαρτα παρτέρια με δένδρα και λουλούδια.

 

ο Παλαιός Ναός του Αγίου Τίτου Η ανέγερση της εκκλησίας ξεκίνησε την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν οι κάτοικοι του Τυμπακίου αποφάσισαν να χτίσουν μεγαλύτερη εκκλησία από εκείνη του Αγίου Πνεύματος για τον εκκλησιασμό του όλο και αυξανόμενου πληθυσμού των χριστιανών. Η εκκλησία είναι ημιυπόγεια λόγω των περιορισμών που επέβαλλαν οι Τούρκοι ως προς το ύψος. Το 1885 λειτούργησαν για πρώτη φορά χριστιανοί ιερείς. Το καμπαναριό του Αγίου Τίτου, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Ν. Πλάτων, αποτελεί μνημείο Ενετικής τέχνης. Ανάμεσα στα τέμπλα των δύο κλιτών, μπροστά στον πεσσό του Αγίου Βήματος, διασώζονταν μέχρι και την δεκαετία του 1950 σε ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, η μεγάλη εφέστιος εικόνα του Αγίου Αποστόλου Τίτου (19ου αιώνος). Δυστυχώς καταστράφηκε από πυρκαγιά που ξεκίνησε από το καλάθι των σβησμένων κεριών. Όμοια της (του ίδιου ζωγράφου) υπάρχει στο προσκυνητάρι του νότιου πεσσού του Ναού του Αγίου Τίτου στο Ηράκλειο. Το 1943, η διοίκηση των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων, αποφάσισε την κατεδάφιση του παλαιού Ναού του Αγίου Τίτου, με σκοπό την χρησιμοποίηση των λαξευμένων πετρών του ως οικοδομικά υλικά για το νέο αεροδρόμιο που κατασκεύαζαν. Επιστράτευσαν μία ομάδα “αγγαρείας” απαρτιζόμενη από ντόπιους νέους. Το γεγονός προκάλεσε την οργή των κατοίκων και του εφημέριου του Ναού, παπά Γιώργη Μαρκαντωνάκη, ο οποίος απαγόρευσε στους νέους να συμμετάσχουν στην κατεδάφιση, λέγοντας προς τον γερμανό διοικητή: «Εμείς οι χριστιανοί χτίζουμε εκκλησίες, δεν γκρεμίζουμε!». Τότε εκείνος θύμωσε και έδωσε εντολή σε ένα γερμανό στρατιώτη να ανεβεί στην οροφή και να ξεκινήσει την κατεδάφιση από την νοτιοδυτική γωνία της. Μόλις κατάφερε εκείνος να ρίξει την πρώτη γωνιακή πέτρα, έπεσε κι ο ίδιος νεκρός! Οι στρατιώτες μαζί με τον επικεφαλή τους αξιωματικό, έφυγαν έντρομοι, ενώ οι ντόπιοι με δέος και θαυμασμό για την “άμεση επέμβαση” του Αγίου Τίτου, απέδωσαν δοξολογία στον Θεό για την εκ θαύματος διάσωση του Ναού.

 ο Νεότερος Ναός του Αγίου Τίτου

Το 1911 αποφασίστηκε η διεύρυνση του παλαιού Ναού του Αγίου Αποστόλου Τίτου διότι είχε αυξηθεί ο πληθυσμός και δημιουργήθηκε πρόβλημα χωρητικότητας. Όταν άρχισαν οι εργασίες για την κατεδάφιση των πλευρικών τοίχων, εγκαταστάθηκε εντός του Ναού, ένα σμάρι μέλισσες, από κάποια κυψέλη της περιοχής. Οι μέλισσες παρόλες τις προσπάθειες των εργατών, δεν επέτρεψαν τη συνέχιση των εργασιών, γεγονός που εκλήφθηκε ως «Σημείο Άνωθεν» για να μη πειραχτεί ο Ναός και έτσι αποφασίστηκε η ανοικοδόμηση μεγαλύτερου, δίπλα στον παλαιό.

Τα θεμέλια του νέου Ναού ετέθησαν το 1925 και το κτίριο αποπερατώθηκε το 1940, οπότε και τοποθετήθηκε μπροστά στον βορειοανατολικό πεσσό, ξύλινο προσκυνητάρι με εικόνα του Αγίου Τίτου έργο του ζωγράφου Νικολαΐδη.

Στην εικόνα αυτή υπάρχει έως και σήμερα μικρό θραύσμα σιδήρου το οποίο προήλθε από την πρόσκρουση βόμβας 800 Kg που έπεσε στον τρούλο του Ναού (βομβαρδισμός Τυμπακίου 1941) και καρφώθηκε στο τσιμεντένιο δάπεδο χωρίς όμως να εκραγεί! Στην επιφάνεια του δαπέδου έμειναν μόνο τα πτερύγια της βόμβας, ενώ στην οροφή από όπου πέρασε η βόμβα δημιουργήθηκε μικρή οπή στην οποία διακρίνονταν οι σιδηρόβεργες του μπετόν σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού και προκαλώντας την απορία πώς πέρασε ανάμεσά τους η βόμβα. Το θαύμα έγινε γνωστό στα περίχωρα και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής έσπευσαν να το δουν. Ο Ναός ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε μετά την γερμανική κατοχή.

Συλλογή φωτογραφιών με τις εκκλησίες της ευρύτερης περιοχής του Τυμπακίου.

Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις – Η Επαρχία

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Ανδρέα Λενακάκη(*) “Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις” από τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.

(*)Φιλόλογος – Λαογράφος (Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών)

                                                   

Η ΕΠΑΡΧΙΑ

 

Η περιοχή στην οποία εκτείνεται σήμερα η επαρχία Πυργιωτίσσης, δεν προσδιοριζόταν πάντοτε με το ίδιο όνομα. Στα διάφορα βενετσιάνικα έγγραφα χαρακτηρίζεται άλλοτε με το γενικότερο όρο Μεσαρά (Messarea, Messara)[1] και άλλοτε με τον ειδικότερο Πυργιώτισσα (Priotissa). Ο τελευταίος θα υιοθετηθεί οριστικά με τον καθορισμό των καστελανιών, δηλαδή των επαρχιών, όπως τις προσδιόρισαν οι βενετοί.

Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά του ονόματος της επαρχίας γίνεται σε έγγραφο διανομής του 1212: “Castel Bonifatio con tutte &c. Castel Nuovo e Priotissa de Militie sive Cavallarie 33”[2].

Το 1261 το χωριό Melica (σήμερα Άη Γιάννης) τοποθετείται στη Messarea[3] , όπως και το Chimbachi (Τυμπάκι) το 1390 σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου του Χάνδακα[4].

Ο  Cristoforo Buondelmonti επισκέφτηκε την περιοχή το 1415 και σημειώνει στην Descriptio insule Crete: “prope Piriotissam parvum oppidum perveni…”[5]. Επισκέφτηκε, όπως ρητά αναφέρει, την περιοχή Piriotissa. Είναι η μοναδική φορά που το όνομα της επαρχίας καταγράφεται από τους ενετούς σ’ αυτή τη μορφή, που παραπέμπει στη σημερινή εξελληνισμένη Πυργιώτισσα.

Ο Francesco Barozzi το 1577 στην Descrittione dell’ isola di Creta καθιερώνει την ονομασία Priotissa με τον καθορισμό των καστελανιών και καταγράφει όλους τους οικισμούς που εντάσσονται σ’ αυτήν: «Οικισμοί υπό το Castel Priotissa: Abadhoghori metochio, Agia Triadha, Agios Iannis Meligha, Calivia, Caloghorafici, Camadis, Camilari, Chissus, Curzunari, Etea, Faneromeni, Ghandra, Ghiliavrissi, Gligoria, Margaritari, Matala, Murnighi, Pizzidhia, Potamiti, Sant’ Antonio Andilaras, Sibalussa, Siva, Temeneli, Timbachi metochio, Vorus». <soma> no 25[6].

Το 1583  ο Pietro Castofilaca στη δική του Descrittione αναφέρεται στο Castel Priotissa καταγράφοντας όχι μόνο τα ονόματα των οικισμών αλλά και τον πληθυσμό τους: S. Andrea, Ambaocori, Camares, Caloghorafiti, Chissus, Camilari, Callivia, Cuzunari, Ettea, Falandra, Faneromeni, Gligoria, Magaricari, Murgnidhi, Pizidhia, Simbalussa, Siva, Temenegli, S. Trinita, Vorus, Zuane Melinga[7].

Και ο Francesco Basilicata το 1630 αναφέρεται στο Castello Priotissa: «Βρίσκεται στη νότια θάλασσα, στο μέσο της παραλίας, 45 μίλια μακριά από την πόλη της Κάντιας. Το παραπάνω καστέλι δεν είναι περικυκλωμένο με τείχος, καθώς πυρπολήθηκε από τους κουρσάρους το 1558, και έχει κάτω από την κυριαρχία του τους παρακάτω οικισμούς: Abadochori, Falandra, Timbachi apo, Timpachi Cato, Simbalusa, S(n)ta Trinitá, Siva, Morgnidhi, Cussunari, Vorus, S(n)to Andrea, Magharicari, Faneromegni, Calivia, Gligoriá, Calochorafiti, Pizzidia, Chissus, Temenegli, Camilari, S(n) Giovan(n)i Meglia, Camares, Potamiti, Cria vrissi,  Ethea[8].

Στον χάρτη που εκδίδει το 1638 ο Nicolaus Visscher καταγράφονται οι οικισμοί Cartila, Temonleo, Gligokia, Mornidi, Magaricari, Faneromegni, Vorus, S. Andrea, Silva, Camilari, S. Trinita, Timeachi, Timeachi cato, Aliani.[9]

Στην τουρκική απογραφή του 1671 καταγράφονται στην επαρχία εκτός των οικισμών και ο αριθμός των φορολογικά υπόχρεων κατοίκων τους: Aya Tiryanda, Kalivya, Magarikari, Kamares, Laguilyo, Temeneli, Gligorya, Ayo Yani, Siva, Kamilari, Potamiti, Dibaki, Faneromeni, Vorus, Sibalusa, Picidya, Harka, Helyavrisi ή Hilyavrisi, Bizaniana ή Bezaniana, Kisus, Μurnidi, Kalohorafiti, Kumala, Aya Andrea[10].

Σύμφωνα με Αυτοκρατορικό Διάταγμα του 1705 η επαρχία κατοικείται από κατοίκους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε 28 οικισμούς[11].

Στα Τουρκικά Αρχεία Ηρακλείου σώζεται αχρονολόγητο έγγραφο[12] στο οποίο καταγράφονται οι πύργοι της επαρχίας Πυργιώτισσας και τα χωριά της δικαιοδοσίας τους:

1. Πύργος Βόλακα: δεν έχει φρουρά

2. Πύργος Μάταλα: το χωριό Σίβα.

3. Πύργος Μανούσου: το χωριό Πιτσίδια

4. Πύργος Κουκλωτή: τα χωριά Καμηλάρι και Άγιος Ιωάννης

5. Πύργος Σποργιάς: τα χωριά Αγιά Τριάδα, Βόροι και Βουκομάτ

6. Πύργος Πυργιώτισσα: τα χωριά Συμπάλλουσα, Φανερωμένη (Fenomete), Λαγωλιό, Μεγάλη Μάρκα, Τυμπάκι

7. Πύργος Γούργουρη: Γληγοριά, Μαγαρικάρι, Καμάρες

Ο Σταυρινίδης παραπέμπει για τον Πύργο Μάταλα στο τοπωνύμιο Καστρί, στα όρια των οικισμών Σίβα – Πιτσιδίων, για τον Πύργο της Σποργιάς στο τοπωνύμιο Περιστεργιάς, για τον οικισμό Βουκομάτ στο μετόχι Βίκος κοντά στη Γαλιά Καινουργίου, ενώ για τη Μεγάλη Μάρκα υποθέτει ότι πρόκειται είτε για το Μαγαρικάρι, είτε για τη Μακρά Σίβα.

Η τελευταία αυτή υπόθεση δεν μπορεί να ευσταθεί, επειδή και οι δυο οικισμοί αναφέρονται σε άλλους πύργους. Πιθανότερη είναι η σύνδεση της Μεγάλης Μάρκας με το τοπωνύμιο Merchia (Μέρκια > Μάρκα), που αναφέρουν στους χάρτες τους ο Francesco Basilicata και ο Vicenzo Coronelli[13]. Σ’ αυτό συνηγορεί όχι μονάχα η ομοιότητα του ονόματος, αλλά και η θέση του στο χώρο. Και οι πέντε οικισμοί βρίσκονται γύρω από τον πύργο Πυργιώτισσα[14].

Πιο αναλυτικός, αν και καθόλου ακριβής στον καθορισμό των οικισμών μέσα στο χάρτη του, είναι ο κοσμογράφος της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας Vicenzo Coronelli το 1689. Στο τμήμα του χάρτη που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την Πυργιώτισσα αναφέρει τους οικισμούς: Cartila, Temonleo, Gligokia, Mornidi, Magaricari, Chisus, Faneromegni, Vor, Vorus, S. Andrea, Silva, Camilari, S. Trinita, Timeachi, Timeachi cato, Aliani[15].

Τους ίδιους περίπου οικισμούς καταγράφει και ο Georg Mattheus Seutter (1725 περίπου): Cartila, Temonleo, Gligokia, Mornidi, Magaricari, Faneromegni, Vorus, S. Andrea, Silva, Camilari, S. Trinita, Timeachi, Aliani.[16]

Το 1818 ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης, παραστάτης πληρεξούσιος και γενικός φροντιστής της δικαιοσύνης, αναφερόμενος στην Πυργιώτισσα σημειώνει ότι περιλαμβάνει «55 μέ 60 κώμας, ὧν αἱ πλείονες κατοικοῦνται ὑπό Ὀθωμανῶν» [17]. Βέβαια ο Πρακτικίδης δεν αναφέρει τα ονόματα των 55 με 60 οικισμών, αριθμός που φαντάζει υπερβολικά μεγάλος για τη μικρή περιοχή της Πυργιώτισσας. Ο αριθμός αυτός δικαιολογείται μόνον, αν  λάβουμε υπόψη και τον αριθμό των οικισμών που έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί και των περιοχών στις οποίες εντοπίζονται υπολείμματα οικισμών, χωρίς να έχουμε στοιχεία γι’ αυτούς. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν ήταν κατοικήσιμοι ταυτόχρονα τόσοι πολλοί οικισμοί.

Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 καταγράφονται 16 οικισμοί με τον αριθμό των οικογενειών που κατοικούσαν σ’ αυτούς: Haghio Ianni, Khamelari, Itsidhia, Siva, Kalyvia, Vorus, Phaneromene, Kissus, Kalochorafi, Megarikhari, Gligoria, Temeneli, Kamares, Lagolio, Dibaki,  Haghia Triadha.[18]

Ο Spratt στον χάρτη που σχεδιάζει το 1852 και δημοσιεύεται από την Υδρογραφική Υπηρεσία του Λονδίνου (Hydrografic Office in London) το 1862, αποτυπώνει με ακρίβεια στην επαρχία της Πυργιώτισσας τους οικισμούς: Kamares, Temeneli, Gligoria, Magarikari, Kalokoraphitis, Kissus, Skurvula,  Phaneromeni, Potamitis, Vori, Kalivia, Lagolio, Tybaki, H. Triada, H. Photini, H. Iannis, Kamilari, Siva, Pitsidia. Τα Matala αναφέρονται στην επαρχία Καινουργίου και τονίζεται με κεφαλαία γράμματα η PHAISTOS, ενώ το μοναδικό ποτάμι που ονομάζεται είναι ο Γέρο Ποταμός ως Mitropolipotamos (Hieropotamos) (LETHAEOS) [19].

Το 1894 ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος, ανθυπολοχαγός τότε του πεζικού, στην επιτόπια, όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει, μελέτη του Κρητικά, ήτοι Τοπογραφία και Οδοιπορικά της νήσου Κρήτης, δεν αναφέρει το όνομα Πυργιώτισσα. Αναφερόμενος στην Πεδιάδα του Γέρο-Ποταμού[20] καταγράφει τους οικισμούς Τυμπάκιον, ως έδρα ομώνυμου δήμου, Καμηλάρι, Πιτσίδια, Μάταλλον, Σίβα, Άγ. Ιωάννης, Βόροι, Ποταμίτης. Στην  Κοιλάδα της Φουντάνας[21] εντάσσει τους οικισμούς Κισσοί και Φανερωμένη. Στην Ορεινή κοιλάδα των Καμαρών[22] εντάσσονται οι οικισμοί Καμάρες, Τεμενέλι, Μαγαρικάρι, Γληγοριά, Λαγωλιό, Καλοχωραφίτης. Στην ορεινή κοιλάδα της Λοχριάς[23] αναφέρεται το Κλήμα[24].

Μελετώντας τις τοπωνυμικές αναφορές στη χαρτογραφία της Κρήτης, που αποτυπώνουν το νησί την περίοδο της ενετοκρατίας, εκτός από την καταγραφή των οικισμών της ενδοχώρας, κατά μήκος της ακτογραμμής και κάθετα προς αυτήν καταγράφεται ένα πλήθος τοπωνυμίων.

Ο Basilicata εκτός από τα ονόματα των οικισμών που καταγράφει στο χάρτη της Κρήτης, αναφέρει στον κόλπο της Μεσαράς τα παρακάτω τοπωνύμια: Cο di Matala, Sto Cavo, Cavotopos, Merchia, Ruciolo, Spiaggia di Priotissa, CL Priotissa, Maloniti, Mairo, Tartara.[25]

             Σε δεύτερο χάρτη του νομού Ηρακλείου καταγράφει τα τοπωνύμια Co Matala, Gnissi, Chilidra, Peristera, Varcotopo, Merchiá, Calive, CL Priotissa, Maloniti f., Magero f., Limni.[26]

Στο χάρτη του Nicolaus Visscher το 1638, καταγράφονται στην παραλία του κόλπου της Μεσαράς τα τοπωνύμια Ponta Matala (δύο φορές), Santο Cavο, Sto Carachi, Merchia, Ruciolo, Co Priotissa, Tartara[27].

Στην ίδια παραλία ο Georgio Corner το 1639 παραθέτει τα τοπωνύμια Co Matala, Gnissi, Varcotopo, Chilidra, Peristera, Varcotopo, Tartara, Calivi, Cl di Priotissa, Maloniti f., Maero f.[28]

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1651, ο Μarco Boschini αποτυπώνει στο χάρτη του τα παρακάτω τοπωνύμια: Co Matala, Gnissi, Varcotopo, Shilidra, Peristera, Varcotopos, Calive, Co Priotissa, Maloniti F, Magero F[29].

Ο κοσμογράφος της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας Vicenzo Coronelli το 1689 στον κόλπο της Μεσαράς καταγράφει τα τοπωνύμια: Ponta Matala, Val Matala, Santo Cavo, Sto Carachi, Cavatopos, Ruciolo, C. Priotissa, Tartara[30].

Τα ίδια παραλιακά τοπωνύμια καταγράφει και ο Georg Mattheus Seutter (1725 περίπου): Ponta Matala, Ponta Matala, Santο Cavo, Sto Carachi, Cavatopos, Merchia, Ruciolo, CoPriotissa, Tartara[31].

Από τα τοπωνύμια αυτά δεν διευκρινίζεται ποια ανήκουν σε οικισμούς και ποια σε θέσεις στρατιωτικού ενδιαφέροντος. Από τη συνολική τοπωνυμική έρευνα προκύπτει ότι σήμερα διατηρούνται σε χρήση τα τοπωνύμια Matala (το όνομα του οικισμού Μάταλλα), Priotissa (Πυργιώτισσα: ως όνομα της επαρχίας και ως μικροτοπωνύμιο του Τυμπακίου), Peristera (στον Περιστεριά, στα όρια της εδαφικής περιφέρειας Καμηλαρίου – Τυμπακίου, στην παραλία δυτικά του οικισμού Καλαμάκι), Maero ή Mairo ή Magero (ο χείμαρρος Μάγερος στο Τυμπάκι) και Limni (στη Λίμνη, τοπωνύμιο του Τυμπακίου στην περιοχή της Καταλυκής. η περιοχή παλαιότερα αλλά και σήμερα κάποιες φορές συγκέντρωνε όμβρια ύδατα και σχημάτιζε μικρή λίμνη, από την οποία σώζεται το «κουτούτο», ο αγωγός απορροής προς τη θάλασσα).

Από τα υπόλοιπα τοπωνύμια το Merchia θα μπορούσε να συνδεθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, με τον οικισμό Μεγάλη Μάρκα, ο οποίος βρίσκεται υπό την εποπτεία του πύργου της Πυργιώτισσας την οθωμανική περίοδο (βλ. οικισμός Μεγάλη Μάρκα), το Gnissi με το τοπωνύμιο στο Νίσο των Πιτσιδίων και το Sto Carachi με τον πλησιέστερο φωνητικά οικισμό Χάρκα ή Χάρακα (βλ. οικισμός Χάρκα) ή λόγω της αγιωνυμίας ακόμα και με το τοπωνύμιο στη Θεοσύνη της περιφέρειας Πιτσιδίων.

Γνωστά επίσης είναι τα ονόματα των ποταμών Maloniti και Tartara. Ο πρώτος είναι το όνομα που χρησιμοποιούν οι ενετοί για τον Γέρο Ποταμό και ο δεύτερος ο Κλημαθιανός ποταμός.  

            Άγνωστα παραμένουν τα τοπωνύμια Cavotopos, Varcotopo, Sto Cavo, Shilidra, Ruciolo, Calive ή Calivi. Από αυτά το Ruciolo ίσως να μην αφορά σε τοπωνύμιο, αλλά σε περιγραφή του τοπίου. Ruciolo στα ιταλικά σημαίνει «κριθαράκι» αλλά και «σχίζα», «κομμένο κομμάτι». Πιθανότατα λοιπόν να περιγράφει κάποιο τμήμα του Κομμού με τις κάθετες απολήξεις. Το τοπωνύμιο Calive ίσως αναφέρεται σε περιοχή με πρόχειρες κατασκευές (καλύβες) που υπήρχαν κοντά στην παραλία. Μια τέτοια συνήθεια κατασκευής καλυβών, που χρησιμοποιούνταν ως θερινές κατοικίες για την εποπτεία και φύλαξη των κήπων, διατηρούνταν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Τυμπάκι, στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού αεροδρομίου.

Για την προέλευση του ονόματος της επαρχίας κυριαρχούσα άποψη είναι αυτή που υποστηρίζει ότι οφείλεται στο προσωνύμιο της Παναγίας, η οποία πήρε το όνομα Πυργιώτισσα από ένα βυζαντινό πύργο που πιθανόν να υπήρχε εκεί. Συγκεκριμένα ο Ξανθουδίδης αναφέρει ότι «Υπήρχεν κατά την βυζαντ. εποχήν κατά την παραλίαν του σημερινού Τυμπακίου πύργος προς άμυναν κατά των πειρατών και εξ αυτού η παρακειμένη εκκλησία της Παναγίας εκαλείτο Παναγία Πυργιώτισσα και ούτως και σήμερον ακούγεται η σωζομένη παλαιά εκκλησία. Οι Ενετοί οχυρώσαντες πλησίον πύργον και καταστήσαντες αυτόν έδραν του Καστελλάνου εδέχθησαν το εγχώριον όνομα, διαστρέψαντες μόνον αυτό εις Priotissa»[32].

Την ίδια άποψη υποστηρίζει ο G. Gerola, ο οποίος μάλιστα την αποδίδει στα ιταλικά ως Madona turrita, «η οποία βέβαια οφείλει αυτό το επίθετο σε ένα αρχαίο πύργο που υπήρχε εκεί», και υποστηρίζει ότι «από αυτόν τον πύργο πήρε το όνομά της η εκκλησία και αυτή με τη σειρά της έδωσε το όνομα στην γύρω περιοχή, κυρίως όμως το νέο ανακατασκευασμένο φρούριο, το οποίο αργότερα χαλάστηκε και καταστράφηκε ακόμα περισσότερες φορές»[33].

Την ίδια ερμηνεία δίνει και ο Στέργιος Σπανάκης, ο οποίος αναφέρει ότι «λέγεται Πυργιώτισσα από ένα βυζαντινό πύργο, που ήταν εκεί κοντά, για την προστασία του τόπου από τους πειρατές. Άρα τόσο η εκκλησία με την ονομασία Πυργιώτισσα όσο και ο πύργος υπήρχαν από τη Β΄ Βυζαντινή περίοδο και τη διατήρησαν οι Βενετοί, ονομάζοντες την επαρχία Πυργιώτισσα (Priotissa), όπως αναφέρεται στην πρώτη διοικητική διαίρεση της Κρήτης και τη διανομή της στους αποίκους νέους φεουδάρχες, στο λεγόμενο έγγραφο διανομής (Carta Concessionis)»[34].

Ο Μιχ. Νικολιδάκης αναφέρει ότι η επαρχία πήρε το όνομά της «από το φερώνυμο βενετικό Καστέλλι» [35].

Θεωρώ ότι η ερμηνεία του ονόματος επιβάλλεται να επανεξεταστεί, αφού προηγουμένως αποκατασταθεί η ιστορική και αρχαιολογική αλήθεια[36]. Κατ’ αρχάς επιβάλλεται να αποκατασταθεί ένα σφάλμα αρκετών δεκαετιών. Οι μελετητές μέχρι σήμερα θεωρούν ότι η γραφή Priotissa των βενετσιάνικων εγγράφων είναι εσφαλμένη. Μια τέτοια άποψη δεν ισχύει, επειδή η φωνητική απόδοση του τοπωνυμίου δεν είναι Πυργιώτισσα, αλλά Πρυγιώτισσα. Οι κάτοικοι του Τυμπακίου, και κυρίως οι ηλικιωμένοι, ακόμα και σήμερα, όταν χρησιμοποιούν το όνομα ως μικροτοπωνύμιο, τόσο στην εμπρόθετη μορφή όσο και στην ονομαστική πτώση του, μετατοπίζουν και προφέρουν το ρ πριν από το υ: η Πρυjιώτισσα, στη bρυjιώτισσα, στο Πρυjιωθιανό bέρασμα[37]. Η γραφή επομένως Priotissa των βενετσιάνικων εγγράφων δεν είναι εσφαλμένη μεταγραφή του ονόματος, όπως μέχρι σήμερα θεωρείται, αλλά πιστή μεταφορά της φωνητικής απόδοσης του τοπωνυμίου από τους ντόπιους. Οι βενετοί δεν θα είχαν πρόβλημα να καταγράψουν την καστελανία ως Pirgiotissa. Μεταφέρουν ορθά στο λατινικό αλφάβητο το όνομα Pirgo για τον Πύργο Μονοφατσίου, για τον Πύργο Νταντίτι (Pirgo Daditti) της Σητείας, για τον Πύργο Ψηλόνερο (Pirgo Psironero) και Πύργο Φυλασσόμενο (Pirgo Filasomeno) στα Χανιά καθώς και στην περίπτωση της Πυργούς (Pirgu) Ηρακλείου. Δεν δημιουργούσε, επομένως, γλωσσικό πρόβλημα η μεταφορά στην ιταλική γλώσσα του ονόματος αυτού καθ’ αυτού, παρά μονάχα η απόδοση του ημίφωνου -γι-  , επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχο γράμμα στα ιταλικά για να αποδώσει τη φωνητική της αξία. Αν, λοιπόν, το ευήκοον βενετσιάνικο αφτί άκουγε Πρυγιώτισσα, μετάφερε στα ιταλικά Priotissa, αδιαφορώντας για το ημίφωνο, όπως κάνουν σήμερα πολλοί νεοέλληνες με τη λέξη καινούργιος, την οποία συχνά γράφουν καινούριος, παρόλο που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ημίφωνο, αλλά για γράμμα του θέμα της λέξης (πρβλ. ο κάτοικος των Μοιρών λέγεται Μοιριανός, αλλά προφέρεται Μοιρjιανός. Για τον ενετό γραφέα η μεταφορά του πατριδωνυμικού θα γινόταν Mirianos[38]).

Είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτούμε ότι δεν ήταν αρκετά τα 465 περίπου χρόνια βενετσιάνικης κατοχής για να αντιληφθούν οι αρχές και οι λόγιοι της εποχής την ορθή ονομασία και γραφή της περιοχής. Είναι βέβαιο ότι οι βενετοί άκουγαν Πρυγιώτισσα και έγραφαν  Priotissa. Σε όλες τις περιπτώσεις που υπήρχε σφάλμα στη φωνητική απόδοση ονόματος οικισμού (πχ. Margaritari ή Camadis) επανέρχονται στην επόμενη απογραφή με διορθωμένη την απόδοση του τοπωνυμίου (Magharicari ή Magaricari, Camares). Πρέπει να θεωρήσουμε υπερβολική την επανάληψη του ίδιου σφάλματος για αιώνες. Η ίδια διόρθωση φαίνεται να έγινε και στην περίπτωση του ονόματος της καστελανίας. Ενώ η αρχαιότερη γραπτή αναφορά του ονόματος της επαρχίας σε έγγραφο διανομής του 1212 καταγράφεται ως Priotissa[39], ο Cristoforo Buondelmonti που την επισκέφτηκε το 1415, την καταγράφει ως Piriotissam[40]. Σε όλες τις βενετσιάνικες απογραφές (του Francesco Barozzi το 1577[41], του Pietro Castofilaca  το 1583[42], και του Francesco Basilicata το 1630[43]) το σφάλμα του Buondelmonti διορθώνεται στο ορθό Priotissa.

Μια δεύτερη διαπίστωση, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη: οι Βενετοί όταν μεταγλωττίζουν τα θεοτοκωνύμια ή αγιωνύμια, σε μια προσπάθεια οικειοποίησης τα εξιταλίζουν (πχ. Santa Veneranda για την Αγία Παρασκευή, Santa Maria για οικισμούς με το όνομα Παναγιά).  Στην περίπτωση της Πυργιώτισσας δεν μεταγλωττίζουν το τοπωνύμιο ως θεοτοκωνύμιο, δηλαδή ως Santa Maria di Priotissa ή Madona di Priotissa (πρβλ. την ίδια περίοδο η Παναγία των Αγγέλων ονομάζεται Santa Maria degli Angeli), αλλά σε απλό Priotissa. Η επιλογή αυτή μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι οι καινούργιοι κατακτητές δεν είχαν επίγνωση – πράγμα μάλλον απίθανο – καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής του νησιού ότι πρόκειται για θεοτοκωνύμιο. Το γεγονός όμως ότι στα 465 χρόνια ενετοκρατίας ουδέποτε γίνεται αναφορά στα διάφορα βενετσιάνικα έγγραφα, στην οποία να λανθάνει έστω η υποψία για την ιδιότητα του τοπωνυμίου ως θεοτοκωνυμίου, μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι οι Βενετοί, καθ’ όλη τη διάρκεια των 465 χρόνων κυριαρχίας τους στο νησί, ουδέποτε το εξέλαβαν ως τέτοιο. Γι’ αυτούς δηλαδή δεν υπήρχε  Santa Maria di Priotissa, αλλά μονάχα η καστελανία Priotissa.

Ένα τρίτο στοιχείο, που επίσης θεωρείται δεδομένο, χωρίς όμως να έχει αποδειχτεί ιστορικά ή αρχαιολογικά, είναι η άκριτη αποδοχή της ερμηνείας του τοπωνυμίου από την εκεί παρουσία κάποιου βυζαντινού πύργου. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι κανείς από τους προαναφερθέντες μελετητές δεν αναφέρει από πού αντλεί την πληροφορία για την ύπαρξη του βυζαντινού πύργου, την οποία θεωρούν βέβαιη. Ωστόσο καμιά ιστορική πηγή, από αυτές που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, και καμιά αρχαιολογική έρευνα, από όσες έχουν γίνει στην περιοχή, δεν έχει αποδείξει ότι υπήρξε βυζαντινός πύργος, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε το βενετσιάνικο καστέλι. Ο μύθος της ύπαρξης βυζαντινού πύργου στην περιοχή πλάσθηκε, πιστεύω, στην προσπάθεια των μελετητών να ερμηνεύσουν το τοπωνύμιο Πυργιώτισσα ως θεοτοκωνύμιο, στη λογική ότι για να υπάρχει το προσωνύμιο Πυργιώτισσα της Παναγίας, που τιμάται στο μικρό εκκλησάκι, λίγες εκατοντάδες μέτρα από την παραλία, προϋποθέτει την ύπαρξη πύργου παλαιότερου της βενετσιάνικης περιόδου, δηλαδή ενός βυζαντινού πύργου. Παραβλέπεται, ωστόσο, η κοινή λογική, που επιβάλλει η θέση των βυζαντινών πύργων παρακολούθησης για τη μετάδοση φωτεινών σημάτων (φρυκτωρίες) να είναι περίοπτη, στοιχείο που δεν ανταποκρίνεται στη θέση της εκκλησίας της Παναγίας και του βενετσιάνικου καστελιού. Περίοπτη θέση καταλαμβάνει το κοντινό ύψωμα Περιστεριάς και όχι η πεδινή περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας Πυργιώτισσας, η οποία δεν προσφέρει τη δυνατότητα θέασης της θάλασσας και της γύρω περιοχής. Υπολείμματα ογκώδους κτιρίου εντοπίζονται σε μια άλλη περίοπτη θέση, στον Κόκκινο Πύργο, ακριβώς δίπλα στη θάλασσα[44]. Επειδή δεν έχει υλοποιηθεί ανασκαφική έρευνα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι πρόκειται για τα θεμέλια του βυζαντινού πύργου από τον οποίο πήρε το όνομά της η περιοχή (Κόκκινος Πύργος). Οι ενετοί έκτισαν το «καστέλι» τους στην φερώνυμη περιοχή, όχι μόνο για να εποπτεύουν από αυτό την ακτή, αλλά και για να διαμένουν οι στρατιώτες τους και τα άλογά τους. Επέλεξαν ένα κατοικημένο χώρο, ή διαμόρφωσαν έναν οικισμό, τον οικισμό Πρυγιώτισσα, τον οποίο είδε ο Buondelmonti το 1415, για να έχουν όλα τα απαραίτητα για την επιβίωση τους. Ο Buondelmonti κοντά στην Pιriotissam είδε ένα parvum oppidum, δηλαδή μια πολίχνη. Δεν αναφέρει ότι είδε κάποιο κάστρο ή πύργο βυζαντινό ή νεότερο. Λογικά ο Φλωρεντιανός κληρικός θα έπρεπε να το είχε δει, επειδή η πρώτη γραπτή αναφορά για την ύπαρξη του βενετσιάνικου κάστρου στην περιοχή γίνεται το 1340[45]. Αυτό όμως που είδε στην Πυργιώτισσα δεν το προσδιορίζει ως castello. Η επιλογή του όρου oppidum δεν είναι τυχαία καθώς, εκτός των άλλων, ο όρος σημαίνει και «οχυρωμένο οικισμό», δηλαδή οικισμό κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται μια μορφή οχύρωσης, που να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις αυτοπροστασίας σε ενδεχόμενες επιθέσεις. Το μόνο οχυρωματικό στοιχείο, με τη στενή έννοια του όρου, που υπήρχε στον οχυρωμένο οικισμό ήταν, πιθανόν, ένας πύργος (torre), τα θεμέλια του οποίου είδε ο Angelo Oddi το 1601 και ο R. Monanni το 1629[46]. Αν ήταν όντως τα θεμέλια πύργου ή κάποιο τμήμα της οχύρωσης του oppidum, δυστυχώς δεν το έχουμε διαπιστώσει μέχρι σήμερα, επειδή δεν έχουν γίνει ανασκαφές στο  χώρο.  Στα ίδια συμπεράσματα οδηγούμαστε και από την Περιγραφή των ακτών της Κρήτης του κρητικού Σταμάτη Φασιδώνη (περίπου 1590)[47], ο οποίος περιγράφει: «Da Calus Limiones si va a trovare il luoco Priotissa spiaza capace d’ ogni armata numerosa. Si sbarca con le prore in terra et ha un fiume da far acqua quanta si vuole ….»[48]. Ο Φασιδώνης δηλαδή έφτασε στον τόπο Priotissa, που ήταν παραλία και υπήρχε ποτάμι με καθαρό και άφθονο νερό. Ούτε αυτός είδε κάστρο ή πύργο, αλλά μια περιοχή με το όνομα Priotissa. Αν και κρητικός, παραδόξως, δεν χρησιμοποιεί τον «ορθό» ελληνικό τύπο Pirgiotissa αλλά τον «εσφαλμένο» βενετσιάνικο Priotissa. Τα στοιχεία αυτά θέτουν ευθέως εν αμφιβόλω την ορθότητα των πληροφοριών που δίνει ο Basilicata το 1618, ο οποίος στον χάρτη ΧΧΙΙΙ του CRETAE REGNUM απεικονίζει στην παραλία του κόλπου της Μεσαράς έναν επιβλητικό τριώροφο πύργο[49]. Το βέβαιο είναι ότι, την εποχή που σχεδίασε το χάρτη του, τέτοιος πύργος δεν υπήρχε.

Σ’ αυτά τα ιστορικά/αρχαιολογικά προβλήματα/κενά, που είναι απαραίτητα για την ερμηνεία του τοπωνυμίου, πρέπει να προσθέσουμε και τα αντίστοιχα γλωσσικά. Αν ήθελε δηλωθεί η ιδιότητά της Θεοτόκου ως Παναγίας του Πύργου – βυζαντινού ή μεταγενέστερου – θα έπρεπε, ακολουθώντας τους κανόνες της ντοπιολαλιάς, να λέγεται Πυργού (Παναγία η Πυργού = η έχουσα πύργο. Πρβλ. γλωσσού, λεφτού, φωνακλού, αχειλού κλπ. ως χαρακτηρισμοί γυναικών) ή Πυργιανή (Παναγία η Πυργιανή = η καταγόμενη από τον πύργο). Έπειτα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η λέξη Πυργιώτισσα πιθανόν να είναι πατριδωνυμική και προϋποθέτει την ύπαρξη ενός οικισμού με το όνομα Πύργος και του αντίστοιχου αρσενικού Πυργιώτης[50]. Πυργιώτισσα δηλαδή είναι η καταγόμενη από τον Πύργο (πρβλ. Χανιώτισσα από τα Χανιά, Ηρακλειώτισσα από το Ηράκλειο κα.). Την ορθότητα αυτής της άποψης ενισχύει η διάσωση του αρσενικού Πυργιώτης στο τοπωνύμιο του Δ.Δ. Τυμπακίου στο Πυρjιωθιανό bέρασμα ή Πρυjιωθιανό bέρασμα: Το επίθετο Πυργιωτιανός > Πυργιωθιανός  παράγεται από το αρσενικό Πυργιώτης και όχι από το θηλυκό Πυργιώτισσα, από το οποίο το παράγωγο επίθετο θα ήταν Πυργιωτισσανός. Εξάλλου τα Θεοτοκωνύμια σε –ώτισσα  είναι  στην πλειοψηφία τους πατριδωνυμικά: πχ. Αθηνιώτισσα, Βαλουκλιώτισσα, Ασπροβουνιώτισσα, Αρχαγγελιώτισσα, Λαυριώτισσα, Κυκκώτισσα, Ρουμελιώτισσα, Προυσιώτισσα, Πλατανιώτισσα, κ.α. Το ίδιο ισχύει, όμως, και με το τοπωνύμιο Καρδιώτισσα, η (στη Gαρδιώτισσα), από την οποία παράγεται το άλλο τοπωνύμιο Καρδιωθιανό Ργυάκι, το (στο Καρδιωθιανό Ρjυάκι). Επειδή όμως στην περίπτωση της Καρδιώτισσας ορθώνονται σοβαρά επιχειρήματα για την φυτωνυμική ερμηνεία του τοπωνυμίου με περιεκτική σημασία, μάλλον πρέπει να δεχτούμε ότι οι τύποι Καρδιωτισσανό > Καρδιωθιανό και  Πρυγιωτισσανό > Πρυγιωθιανό πρόκειται για τοπική γλωσσική ιδιορρυθμία.

Με βάσει τα παραπάνω μπορούμε να κάνουμε διάφορες υποθέσεις για την ερμηνεία του θεοτοκωνυμίου. Πιθανόν εικόνα της Παναγίας, προερχόμενη από κάποιο οικισμό ή περιοχή με το όνομα Πύργος, μεταφέρθηκε και προς τιμήν της κατασκευάστηκε η ομώνυμη εκκλησία, στην οποία δόθηκε το επίθετο Πυργιώτισσα, είτε οι κάτοικοι κάποιου οικισμού με το όνομα Πύργος, δηλαδή οι Πυργιώτες, έκτισαν μια εκκλησία προς τιμήν της Παναγίας, την οποία θεώρησαν δική τους, δηλαδή Πυργιώτισσα, είτε, επειδή κτήτορας της εκκλησίας υπήρξε κάποια γυναίκα Πυργιώτισσα, που καταγόταν δηλαδή από κάποιο οικισμό με το όνομα Πύργος. Ειδικά το τελευταίο επαναλαμβάνεται στην περιοχή στην περίπτωση του οικισμού Φωτεινόπουλου. Σε αρκετές περιπτώσεις οι απογραφείς θεωρούσαν ότι το όνομα του οικισμού ήταν Αγία Φωτεινή (βλ. κεφ. Οικισμοί: Φωτεινόπουλο) από την υποτιθέμενη ομώνυμη εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, ενώ η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία την Πρωτοσπορίτισσα, η οποία πήρε, σύμφωνα με την παράδοση, την προσωνυμία Φωτεινιανή από το όνομα της μοναχής Φωτεινής, της κτητόρισσας της εκκλησίας. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει και για την Πυργιώτισσα.

Tο φαινόμενο βέβαια της μετάθεσης του ρ δίπλα στο π, όταν αυτό βρίσκεται στην αρχή λέξεων (Πυργιώτισσα > Πρυγιώτισσα) δεν είναι μοναδικό στο παράδειγμα της Πυργιώτισσας, αν θεωρήσουμε ότι το τοπωνύμιο παράγεται από τη λέξη πύργος. Το συναντάμε στο επίθετο πικρός και τα παράγωγά του, το οποίο στην κρητική διάλεκτο γίνεται πρικιός (πρίκα, πρικάδα, πρικαίνομαι, πρικαμένος, πρικαμύγδαλο, πρικί, πρικίζω, πρικοριζικό, πρικύς), στα ρήματα πρεμαζώνω (< περιμαζώνω) και προπατώ (< περιπατώ) και τα παράγωγά τους (προπατηξά, προπατηχτά, προπατηχτός, πρεμάζωμα) και στο ουσιαστικό πρυόβολος (< πυρόβολος)[51].

Μια δεύτερη ερμηνευτική προσέγγιση του ονόματος της επαρχίας, που επιβάλλεται να γίνει εξαιτίας της εμμονής τόσο των ντόπιων μέχρι σήμερα, όσο και των Βενετών σε όλη τη διάρκεια της παρουσίας τους στο νησί, να την ονομάζουν Priotissa και όχι Pirgiotissa, μας επιτρέπει να αναζητήσουμε το έτυμό της  όχι στη λέξη πύργος, αλλά στο αρχαίο πρηών, -ῶνος, ο, από το οποίο παράγονται τα τοπωνύμια Πρηγιός και το μεγεθυντικό του Πρήγιονας[52].

Στην εδαφική περιφέρεια των Βοριζίων Καινουργίου υπάρχει τοπωνύμιο Πρηγιός, ο (στο bρηjιό) και αναφέρεται σε περιοχή με κάθετη εγκοπή βράχου, πάνω από την οποία υπάρχει βατό έδαφος («από πάνω κάνει σαν την πεζούλα» περιγράφει χαρακτηριστικά ο πληροφορητής). Στον ίδιο οικισμό χρησιμοποιείται μάλιστα ο όρος πρηγιός και το μεγεθυντικό του πρήγιονας, για να προσδιορίσει κάθε κάθετη εγκοπή βράχου ή γης (πχ. «εκέ μέσα μέσα που κάνει τον πρήγιονα»). Πρηγιός και Πρήγιονας λέγεται δηλαδή μια περιοχή με κάθετες απολήξεις, εγκοπές. Σ’ αυτή την περίπτωση η ορθή γραφή είναι Πρηγιώτισσα (= η περιοχή με τους πρηγιούς) και το επίθημα             -ώτισσα λειτουργεί περιεκτικά, όπως στην περίπτωση του τοπωνυμίου Αμπελιώτισσα, η (στην Αbελιώτισσα) της εδαφικής περιφέρειας του Καμηλαρίου και της Φανερωμένης, το οποίο προσδιορίζει την περιοχή των αμπελώνων. Όταν οι ενετοί έχτισαν το δικό τους οχυρό και καθόρισαν την καστελανία που θα επόπτευε, του έδωσαν το όνομα που ήδη υπήρχε, Πρηγιώτισσα  (Priotissa), η περιοχή με τους πρηγιούς, εκλαμβάνοντας το γ ως ημίφωνο και όχι ως σύμφωνο, όπως έκαναν σε όλες τις περιπτώσεις που το τοπωνύμιο συνδεόταν με τη λέξη πύργος. Όσο για το «παιχνίδι» εναλλαγής του ονόματος από Πρηγιώτισσα σε Πηργιώτισσα, δικαιολογείται στο πλαίσιο της έλξης του ρ από το π, όπως αποδείχτηκε παραπάνω, αλλά και του αντίστροφου, της απομάκρυνσης τους δηλαδή (βλ. υποσημ. 42). Το γλωσσικό αυτό φαινόμενο απαντάται και στο ομώνυμο τοπωνύμιο Πήργιωνας στο Κράσι Πεδιάδος. Ο συλλογέας των τοπωνυμίων του οικισμού το καταγράφει στο τοπωνυμικό αρχείο της Ε.Κ.Ι.Μ[53] ως Πύργιωνα (με υ), συνδέοντάς το κι αυτός, προφανώς εσφαλμένα όπως και στην περίπτωση της Πηργιώτισσας, με τη λέξη πύργος, επειδή η λέξη πρήγιωνας είχε ήδη πέσει σε αχρησία και επομένως είχε χάσει το σημασιολογικό της περιεχόμενο. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι και στην περίπτωση του Κρασίου πρόκειται για κρημνώδη περιοχή, για την οποία δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη βυζαντινού πύργου.

Περιοχές με κάθετες απολήξεις στην περιοχή της Πυργιώτισσας υπάρχουν πολλές: το τμήμα από τα Μάταλλα μέχρι τον Κομμό, ο Περιστεριάς (δυτικά του οικισμού Καλαμάκι, στο όριο της εδαφική περιφέρειας Τυμπακίου), στο δυτικό άκρο του κόλπου στην περιοχή Κακόσκαλο μέχρι την Αγία Γαλήνη. Ακόμα και μέσα στον κάμπο, ο λόφος της Φαιστού και ο αντικρινός σ’ αυτόν λόφος χαρακτηρίζονται από τις κάθετες απολήξεις – κρημνούς, που φέρουν μάλιστα ονόματα ενδεικτικά της μορφολογίας του εδάφους. Στο λόφο της Φαιστού απαντώνται τα τοπωνύμια Γέρο Δέτης, Χάλαρα και Χαλικιάδες – Χαλικιάς. Το πρώτο προσδιορίζει τη βόρεια κλιτή του λόφου και εκτείνεται από τον αρχαιολογικό χώρο της Φαιστού μέχρι σχεδόν τον αντίστοιχο της Αγίας Τριάδος. Στον απέναντι λόφο, ο οποίος διατηρεί και σήμερα τις κάθετες απολήξεις του χρησιμοποιούνται τα τοπωνύμια Δέτης και Άσπα[54]. Αλλά και η εικόνα της περιοχής που αντικρίζει κάποιος, όταν εισέρχεται δια θαλάσσης στον κόλπο της Μεσαράς, είναι η προσβάσιμη παραλία της επαρχίας, που περικλείεται από κάθετες απολήξεις και εγκοπές βράχων και λόφων, δηλαδή πρηγιόνων-πρηγιών.

Μια τέτοια ερμηνεία μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι βενετοί έκτισαν το καστέλι τους στην περιοχή με τους πρηγιούς, την Πρηγιώτισσα και του έδωσαν το όνομα Castello di Priotissa. Από αυτό ονόμασαν την κατσελανία, το μικρό οικισμό που σχηματίστηκε γύρο από το «καστέλι», αλλά και την μικρή εκκλησούλα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής, η οποία ακόμα και σήμερα διατηρεί το όνομα του κάστρου: Παναγία Πρηγιώτισσα. Αργότερα και εξαιτίας της παρουσίας του βενετσιάνικου πύργου (torretta di avviso) η περιοχή και το θεοτοκωνύμιο παρετυμολογήθηκαν σε Πυργιώτισσα.

Σήμερα για τους κατοίκους της επαρχίας δεν υπάρχει πατριδωνυμικό επίθετο, όπως συμβαίνει με άλλες επαρχίες (πχ. Βιαννίτες, Πεδιαδίτες, Mαλεβυζώτες, Μονοφατσώτες, κ.λ.π.), παρόλο που υπάρχει αντίστοιχο επίθετο Πυργιωθιανός – Πυργιωθιανή. Αντ’ αυτού χρησιμοποιείται το γενικότερο Μεσαρίτης, Μασαρίτισσα, ενίοτε συνοδευόμενο με το επίρρημα κάτω (Κατωμεσαρίτης), σε αντιδιαστολή προς το ανατολικό τμήμα του κάμπου, τη Μέσα Μεσαρά[55].

 

 

 

 

 

 

                                                      

 

 


[1] Σώζεται λαϊκή παρετυμολογία για την προέλευση του ονόματος Μεσαρά: την περίοδο των κουρσάρικων επιδρομών, όταν αποβιβάστηκαν οι πρώτοι πειρατές, εντυπωσιασμένοι από το τοπίο αναφώνησαν «Messirak!», που σημαίνει «Ωραία όαση!» (Μαλεφιτσάκης 1949, σελ. 3)

[2] Fl. Cornelius, Creta Sacra, II, σελ. 238.

[3] Τσιρπανλής 1985, σελ. 180

[4] Santschi 1976, σελ. 279, αρ. εγγρ. 1271

[5] Buondelmondi 1981, σελ. 112

[6] Barozzi, σελ. 279

[7] φύλ. 100 από το φωτοτ. αντίγραφο

[8]«CASTELLO PRIOTISSA Posto al Mar’ d’ Ostro nel mezzo della spiaggia, lontano dalla citta´ di Candia miglia 45. Ιl ditto castello non e´ cinto di muro, essendo stato abrusciato da corsari l’ anno 1558, et ha’ sotto di se li sottoscritti casali» Σπανάκης 1969, τομ. V, σελ. 119

[9] Ζαχαράκης 2004, σελ. 226-227, βλ. βλ. σελ.

[10] Σταυρινίδης Μεταφράσεις, τόμ. Β, σελ. 343-344

[11] Σταυράκης 1890, σελ. 189

[12] Σταυρινίδης, Μεταφράσεις, τομ. 2ος, σελ. 343-344.

[13] Βλ. χάρτες σελ.

[14] Τριακόσια περίπου μέτρα νοτίως της εκκλησίας της Παναγίας της Πυργιώτισσας, στην περιοχή στο Βρουλιδερό, σώζεται το εκκλησάκι του Αγίου Πέτρου, το οποίο χτίστηκε στα θεμέλια του βενετσιάνικου ναού, που γκρέμισαν οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής για την κατασκευή του αεροδρομίου Τυμπακίου και ξανακτίστηκε μετά τον πόλεμο. Θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι στο συγκεκριμένο χώρο υπήρξε οικισμός, όπως και ανατολικότερα, στην περιοχή του Αφραθιά στο χώρο γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.

[15] Ζαχαράκης 2004, σελ. 296-297

[16] Ζαχαράκης 2004, σελ. 316-317

[17] Πρακτικίδης 1983, σελ. 53

[18] Pashley 1994, σελ. 232-233

[19] Βλ. σελ.

[20] Καλομενόπουλος 1894, σελ. 172-173

[21] Καλομενόπουλος 1894, σελ. 177-178

[22] Καλομενόπουλος 1894, σελ. 178-179

[23] Καλομενόπουλος 1894, σελ. 179

[24] Σε άλλα σημεία του βιβλίου του το γράφει Κλῖμα. (σελ. 341)

[25] Κό(λπος) Ματάλων, Άγιο Ακρωτήρι, Καβότοπος, Μέρκια, Ruciolo, παραλία της Πυργιώτισσας, Μαλωνίτης, Μάιρος (Μάγερος), Τάρταρα. Ζαχαράκης 2004, σελ. 112-113 (ΧΧΙΙΙ), βλ. σελ.

[26] Κό(λπος) Ματάλων, Νησί, Χιλίντρα, Περιστέρα (Περιστεριάς;) Βαρκότοπος, Μερκιά, Καλύβες, Καστέλι Πυργιώτισσα, Μαλωνίτης ποταμός, Μάγερος, Λίμνη. Ζαχαράκης 2004, σελ. 112-113 (ΧΧΙΙΙβ) βλ. σελ.

[27] Ακρωτήριο Μάταλλα, Ακρωτήριο Μάταλλα, Ιερό Ακρωτήρι, Ιερό Χαράκι, Μέρκια, Κα(στέλι) Πυργιώτισσα, Τάρταρα. Ζαχαράκης 2004, σελ. 226-227, βλ. σελ.

[28] Κόλπος Μάταλλα, Νησί, Βαρκότοπος, Χιλίντρα, Περιστέρα (Περιστεριάς;), Βαρκότοπος, Τάρταρα, Καλύβι, Κα(στέλι) της Πυργιώτισσας, Μαλωνίτης ποταμός, Μάερος π(οταμός). .Ζαχαράκης 2004, σελ. 116-117, βλ. σελ.

[29] Κό(λπος) Μάταλλα, Νησί, Βαρκότοπος, Χιλίντρα, Περιστεριάς, Βαρκότοπος, Καλύβες, Κα(στέλι) Πυργιώτισσα, Μαλωνίτης Π(οταμός), Μάγερος Π(οταμός). Ζαχαράκης 2004, σελ. 236-237, βλ. σελ.

[30] Ακρωτήριο Μάταλλα, Κοιλάδα Μάταλλα, Ιερό Ακρωτήρι, Ιερό Χαράκι, Καβάτοπος, Ruciolo,  Κα(στέλι) Πυργιώτισσα, Τάρταρα. Ζαχαράκης 2004, σελ. 293-299, βλ. σελ.

[31] Ακρωτήριο Μάταλλα, Ακρωτήριο Μάταλλα, Ιερό Ακρωτήρι, Ιερό Χαράκι, Καβάτοπος, Μέρκια, Ruciolo  Κα(στέλι) Πυργιώτισσα, Τάρταρα. Ζαχαράκης 2004, σελ. 316-317, βλ. σελ.

[32] Ξανθουδίδης 1926, σελ. 49 και Τωμαδάκης, 1978, σελ. 35

[33] Gerola 1932, τομ. Ια, σελ. 260-261

[34] Σπανάκης 1991, τομ. Β. σελ. 665

[35] Νικολιδάκης 1985, σελ. 11, σημ. 2

[36] Σχετική εισήγηση για την ερμηνεία του ονόματος της επαρχίας με τίτλο «Πυργιώτισσα: Ερμηνευτική προσέγγιση του τοπωνυμίου» εκφωνήθηκε στο Διεπιστημονικό Συνέδριο για την Ιστορία, την Πνευματικότητα, την Τέχνη και τον Πολιτισμό του Κρητικού Νότου από 20 έως 23 Σεπτεμβρίου 2012 «Εν Γορτύνη και Αρκαδία εγένετο..», τα πρακτικά του οποίου δεν έχουν ακόμα εκδοθεί.

[37] Συζητώντας με την πληροφορήτρια Γεωργία Λαμπράκη, αδελφή της μητέρας μου, της επισήμανα ότι, κάθε φορά που αναφέρει τοπωνύμιο που εμπεριέχει τη λέξη Πυργιώτισσα, το προφέρει Πρυγιώτισσα, ενώ, όταν της ζητώ να μου το επαναλάβει καθαρά, το προφέρει Πυργιώτισσα, πήρα την απάντηση: «Πρυγιώτισσα το λέμε όντο κουβεδιάζομε αναμεταξύ μας». Πιστεύω ότι αυτή τη διάκριση δεν πρόσεξαν οι μελετητές, ούτε και ο συντοπίτης Γιώργος Μαλεφιτσάκης, ο οποίος ασχολήθηκε με την ερμηνεία κάποιων τοπωνυμίων της περιοχής.

[38] Στο ίδιο ορθογραφικό σφάλμα επιμένει να υποπίπτει και το ψηφιακό λεξικό του υπολογιστή μου, το οποίο εκλαμβάνει ως ορθή τη γραφή καινούριος, αγνοώντας επιδεικτικά την παραγωγή του από το ρήμα καινουργέω.

[39] Fl. Cornelius, Creta Sacra, II, σελ. 238: “Castel Bonifatio con tutte &c. Castel Nuovo e Priotissa de Militie sive Cavallarie 33”

[40] Buondelmondi,  Descriptio insule Crete, 1981, σελ. 112

[41] Barozzi, Descrittione dell’ isola di Creta , σελ. 279

[42] φύλ. 100 από το αντίγραφο του Στέργιου Σπανάκη

[43]«CASTELLO PRIOTISSA Posto al Mar’ d’ Ostro nel mezzo della spiaggia, lontano dalla citta´ di Candia miglia 45. Ιl ditto castello non e´ cinto di muro, essendo stato abrusciato da corsari l’ anno 1558, …» Σπανάκης 1969, τομ. V, σελ.

[44]  Σε οικόπεδο ιδιοκτησίας Χατζηζαχαράκη.

[45] Το συγκεκριμένο οχυρωματικό έργο υπέστη πολλές επιθέσεις από διάφορους επιδρομείς. Η κατά-στρεπτικότερη υπήρξε αυτή του 1558 από Τούρκους πειρατές. Με απόφαση των δημάρχων Basadona και Emo αποφασίστηκε να διατεθούν τα απαραίτητα χρήματα για την ανακατασκευή του, σε σχέδιο του  Giulio Savorgnan (Gerola 1932, τομ. Ια, σελ. 260-261).

[46] Gerola 1932, τομ. Ια, σελ. 261

[47] Αρακαδάκη 2000, σελ. 136

[48]«Από τους Καλούς Λιμιώνες πηγαίνουμε να βρούμε τον τόπο Priotissa, παραλία ικανή (να χωρέσει) κάθε πολυάριθμο στόλο. Αποβιβαζόμαστε με τις πρώρες (στραμμένες) στη στεριά και υπάρχει ένα ποτάμι, απ’ όπου είναι δυνατόν  να προμηθευτεί κάποιος όσο νερό θέλει, …»

[49] Basilicata 1618

[50] πρβλ.. Χανιώτης – Χανιώτισσα, Ρεθεμνιώτης – Ρεθεμνιώτισσα, Ηρακλειώτης – Ηρακλειώτισσα.

[51] Συμβαίνει και το αντίθετο: όταν μια λέξη αρχίζει από πρ- το φωνήεν που ακολουθεί υπερπηδά το ρ: πρωτοπουλάδα > πωρτοπουλάδα = η παπαρούνα (ορεινό Μυλοπόταμο). Το ίδιο φωνητικό φαινόμενο ακούστηκε κατ’ επανάληψη στην τηλεόραση στις τελευταίες δημοτικές εκλογές από υποψήφιο δήμαρχο, ο οποίος ανεπηρέαστος από λογιοτατισμούς διατηρεί ζωντανό αυτόν τον γλωσσικό μηχανισμό και επέμενε έναντι του αντιπάλου: «Εμείς το είχαμε πωρτοπεί!» (πωρτοπεί < πρωτοπεί).

[52] Για το τοπωνύμιο Πρήγιονας Ξανθουδίδης 2002, σελ. 284-285

[53] Τοπωνυμικό Αρχείο Ε.Κ.Ι.Μ, Α/643(593), α.α. 21.

[54] Βλ. τπν Βόρων

[55] Ο χαρακτηρισμός αφορά στους κατοίκους των επαρχιών Καινουργίου και Πυργιωτίσσης.

 

Ιστορικά Στοιχεία

Πρώτη γραπτή αναφορά του οικισμού Chimbachi γίνεται σε έγγραφο του 1248: “…casale nomine Chimbachi quod habet bouum de terra duo”. Για την προέλευση της ονομασίας του, υπάρχουν πολλές εκδοχές. Σύμφωνα με τον Α. Λενακάκη, για την ερμηνεία του τοπωνυμίου η έρευνα πρέπει να στραφεί προς την αρχαία κρητική πόλη Θήβη και τη ρίζα ak- (= νερό): Θήβα + ρίζα ak + επίθημα –ιον > Θηβάκιον > Θηβάκι > Τηβάκι >Tibaki > Τημπάκι. Αργότερα λόγω παρετυμολογίας συνδέθηκε με τον τύμβο, από τον οποίο άντλησε την ορθογραφία του Τυμπάκι. (ολόκληρο το κείμενο του Α. Λενακάκη για το Τυμπάκι) Είναι δηλαδή το Τημπάκι η περιοχή της αρχαίας Θήβης με τα νερά της.

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Ενετούς (1204), το νησί χωρίστηκε διοικητικά σε επαρχίες. Η επαρχία γύρω από το Τυμπάκι ονομάστηκε “Πυργιώτισσα“.(ολόκληρο το κείμενο του Α. Λενακάκη για την Πυργιώτισσα) Η ερμηνεία του τοπωνυμίου Πυργιώτισσα, προσεγγίζεται για πρώτη φορά ετυμολογικά από τον Στέφανο Ξανθουδίδη (Μελετήματα, 2002): «Υπήρχεν κατά την βυζανταντινή εποχήν κατά την παραλίαν του σημερινού Τυμπακίου πύργος προς άμυναν κατά των πειρατών και εξ αυτού η παρακειμένη εκκλησία της Παναγίας εκαλείτο Παναγία Πυργιώτισσα και ούτως και σήμερον ακούγεται η σωζομένη παλαιά εκκλησία. Οι Ενετοί οχυρώσαντες πλησίον πύργον και καταστήσαντες αυτόν έδραν του Καστελλάνου εδέχθησαν το εγχώριον όνομα, διαστρέψαντες μόνον αυτό εις Priotissa».

Δήμος Τυμπακίου

Κατά την ψήφιση του Πρώτου Δημοτικού Νόμου -ο οποίος εφαρμόστηκε το 1879 μετά τη σύναψη της Σύμβασης της Χαλέπας- από την κρητική συνέλευση, η Κρήτη διοικητικά διαιρέθηκε σε επαρχίες οι οποίες χωρίστηκαν σε 86 δήμους. Η Επαρχία Πυργιωτίσσης με τον Δήμο Τυμπακίου και έδρα το Τυμπάκι, περιελάμβανε τα εξής χωριά: Τυμπάκι, Αγ. Ιωάννη, Καμιλάρι, Πιτσίδια, Σίβα, Βώρους, Φανερωμένη, Καλύβια, Γρηγοριά, Λαγολιό, Ρίζικα, Μαγαρικάρι, Καμάρες, Τεμενέλι, Καλοχωράφιτη και Κισσούς. Αυτή η διοικητική διαίρεση, συνέχισε να διατηρείται και την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913) και έπειτα, μετά τη Ένωση της Κρήτης με την τότε Ελλάδα υπό πρωθυπουργίας Ελ. Βενιζέλου.

Το 1997 με το σχέδιο “Καποδίστρια” καταργήθηκαν οι επαρχίες και δημιουργήθησαν οι λεγόμενοι “Καποδιστριακοί” Δήμοι. Ο Δήμος Τυμπακίου με έδρα το Τυμπάκι περιελάμβανε τα εξής Δημοτικά Διαμερίσματα: Τυμπάκι, Καμιλάρι, Πιτσίδια, Σίβα, Βώρους, Φανερωμένη, Γρηγοριά, Λαγολιό, Μαγαρικάρι, Καμάρες και Κλήμα. Το 2011, με το σχέδιο “Καλλικράτη”, ο Δήμος Τυμπακίου εντάχθηκε στον «Καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού. Η ένταξη αυτή έγινε παρά τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων του Τυμπακίου οι οποίοι και σήμερα πιστεύουν ότι η κατάργηση του Καποδιστριακού Δήμου είναι παράλογη και αντιαναπτυξιακή.

Τουρκοκρατία

Κατά την Τουρκοκρατία το Τυμπάκι κατοικήθηκε από πολλούς Τούρκους οι οποίοι καταδυνάστευαν τους Τυμπακιανούς ραγιάδες. Η γονιμότητα των εδαφών του και η θέση του -δρόμος επικοινωνίας της δυτικής Κρήτης προς την πεδιάδα της Μεσσαράς- είχε αναγκάσει τους Τούρκους να εγκαταστήσουν στο Τυμπάκι μόνιμη φρουρά για να φυλάσσει την περιοχή. Το Τυμπάκι κατά την περίοδο αυτή καταστράφηκε 2 φορές και δέχθηκε δεκάδες ληστρικές επιδρομές, σφαγές και διώξεις από τους γενίτσαρους βάρβαρους που κατοικούσαν στα γύρω χωριά, στην περιοχή Αμπαδιά. Το 1822 έλαβε χώρα στην περιοχή η πρώτη μεγάλη μάχη στην πεδιάδα της Μεσσαράς. Οι επαναστάτες με αρχηγό το Βουρδούμπα, τον Τσουδερό και τον Κορμούλη κατέλαβαν το χωριό Κλήμα, έπειτα από σκληρές μάχες με 2000 Τούρκους υπό την αρχηγεία των Μουσταφά Καψάλη και Αγριολίδη.

Γερμανική Κατοχή

Τον Φεβρουάριου του 1942, οι Γερμανοί κατακτητές προκειμένου να εγκατασταθούν στο Τυμπάκι, διέταξαν την εκκένωσή του δίνοντας διορία 15 ημερών. Οι Τυμπακιανοί μάζεψαν ότι μπορούσαν από τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στα γύρω χωριά. Η εικόνα του Αγίου Τίτου μεταφέρθηκε στην Παναγία Καλυβιανή.

Οι κατακτητές κατέστρεψαν όλα σχεδόν τα σπίτια -από τα 2000 περίπου σπίτια κατεδάφισαν τα 1920- εκτός από τα διώροφα και ορισμένα καινούργια τα οποία κράτησαν για να μένουν οι ίδιοι. Τις πέτρες από τα κατεστραμμένα σπίτια χρησιμοποίησαν για την επέκταση του τότε μικρού αεροδρομίου που άφησαν πίσω τους οι Άγγλοι. Τόσο για την κατεδάφιση των σπιτιών όσο και για την κατασκευή του αεροδρομίου χρησιμοποιήθηκαν “ομάδες αγγαρείας” που απαρτίζονταν και από τους ξεσπιτωμένους Τυμπακιανούς.

Μετά το τέλος του πολέμου οι κάτοικοι επανήλθαν στον τόπο τους, έψαξαν και βρήκαν τα θεμέλια των παλαιών τους σπιτιών και εκεί με πρόχειρα υλικά έφτιαξαν καλύβες για να στεγάσουν τις οικογένειες τους. Χωρίς καμία βοήθεια -εκτός από λίγα ξύλα και κάποια είδη ρουχισμού από βοήθεια ξένων κρατών- με πείσμα και εργατικότητα ξεκίνησαν την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους και της ζωής τους (Α. Σταυριανάκης, Το Τυμπάκι, 1996).

Το Τυμπάκι συγκαταλέγεται στο δίκτυο των 17 μαρτυρικών Δήμων και συγκεκριμένα των Καλαβρύτων, Νικαίας, Διστόμου, Δράμας, Δοξάτου, Βιάννου, Τυμπακίου, Παραμυθιάς, Κλεισούρας, Σερβίων, Νέας Αγχιάλου, Ανωγείων, Υπάτης, Λιδωρικίου, Καντάνου, Αετού, Χορτιάτη και των 4 Μαρτυρικών Κοινοτήτων, Κομμένου, Λεχόβου, Τσαριτσάνης και Τυμφρηστού. Περισσότερα στοιχεία θα βρείτε στο Δίκτυο Μαρτυρικών Δήμων

Φαιστός

Σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από το Τυμπάκι βρίσκεται το Μινωικό ανάκτορο της Φαιστού.

Η κατοίκηση και η περίοδος ακμής της Φαιστού ξεκινά από την Εποχή του Χαλκού στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ, όπου δημιουργούνται οι βάσεις για το μινωικό πολιτισμό.

Στις αρχές της 2ης χιλιετίας η εξουσία περνά στα χέρια βασιλιάδων, οι οποίοι ιδρύουν μεγάλα ανάκτορα. Το πρώτο ανάκτορο χτίστηκε από τον Μίνωα στα 1900 π.Χ. περίπου και μαζί με τα άλλα γύρω κτίσματα είχε έκταση 18.000 τετραγωνικά μέτρα, λίγο μικρότερη από εκείνη του ανακτόρου της Κνωσού. Η Φαιστός ήταν η έδρα του άρχοντα-βασιλιά που έλεγχε όχι μόνο τον πλούσιο κάμπο της Μεσσαράς και τους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την έξοδο προς τη θάλασσα και τα λιμάνια του κόλπου της Μεσσαράς. Κατά τη μυθολογία στη Φαιστό η πρώτη δυναστεία που βασίλεψε ήταν του Ραδάμανθυ, γιου του Δία και της Ευρώπης και αδελφού του Μίνωα. Περί το 1640 π.Χ ισχυρός σεισμός ισοπέδωσε το ανάκτορο. Στη θέση του οικοδομήθηκε νέο, επιβλητικότερο, στο οποίο ανήκουν και τα περισσότερα αναστηλωμένα σήμερα λείψανα, ενώ έχουν αποκαλυφτεί και αρκετά τμήματα του πρώτου ανακτόρου, κυρίως στα νοτιοδυτικά. Το 1450 π.Χ σημειώνεται νέα καταστροφή, όχι μόνο στην Φαιστό, αλλά σε ολόκληρη την Κρήτη. Η πόλη της Φαιστού συνέρχεται από την καταστροφή, κόβει δικό της νόμισμα και συνεχίζει να ακμάζει τους επόμενους αιώνες μέχρι τον 1ο π.Χ. αιώνα, οπότε καταστρέφεται από τη γειτονική Γόρτυνα. Η κύρια Μινωική γραφή , η Γραμμική Α’ , ήταν κι εκείνη δημιούργημα της Φαιστού -όπως απέδειξαν τα ευρήματα του Doro Levi- κι από τη Φαιστό διαδόθηκε σταδιακά σ’ ολόκληρη την Κρήτη. Το σημαντικότερο εύρημα των ανασκαφών, ήταν ο μοναδικός ιερογλυφικός Δίσκος της Φαιστού, το παλαιότερο έργο τυπογραφίας στην Ευρώπη.

Από αρχαιολογική άποψη η Φαιστός είναι η δεύτερη σε σπουδαιότητα μινωική πόλη μετά την Κνωσό.